14η Νοεμβρίου 2022 – Σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα

14η Νοεμβρίου 2022

Σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα για δυο λόγους:

Ο πρώτος λόγος είναι η παγκόσμια ημέρα κατά του Σακχαρώδη Διαβήτη και ο δεύτερος λόγος είναι ο Χαλασμός της Κασσάνδρας από τους Τούρκους όταν πέρασαν το αυλάκι και ξεχύθηκαν μαινόμενοι στη χερσόνησο για να αφανίσουν ότι έβρισκαν μπροστά τους.

Για τον πρώτο λόγο θα αρκεστώ στο ότι είναι κάτι το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει εξαπλωθεί και ότι πρέπει όλοι μας να ενημερωθούμε τι είναι ο σακχαρώδης Διαβήτης και τι πρέπει να γνωρίζουμε προκειμένου να τον αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν ειδικοί οι οποίοι καλό είναι όταν διοργανώνουν ημερίδες ή ομιλίες να είμαστε εκεί για να τους ακούσουμε και να ενημερωθούμε. Ποτέ δεν ξέρεις, αν σου χτυπήσει την πόρτα και σένα εκεί που δεν το περιμένεις. Θα το κλείσω το πρώτο κομμάτι της ανάρτησής μου με τα εξής: «Αγάπησε τον εαυτό σου και το γλυκό σου φίλο. Πολέμησε γι’ αυτόν και για σένα. Για τη ζωή σου!! Χαμογέλα και συνέχισε τον Αγώνα με επιμονή και υπομονή…»

Ο δεύτερος λόγος είναι ένα κομμάτι που σχετίζεται με την τοπική ιστορία, το οποίο με γοητεύει και αφιερώνω πολλές ώρες ώστε να το ερευνήσω και να το παρουσιάσω είτε στους μαθητές μου είτε στα βιβλία μου είτε σε ημερίδες.

Σήμερα λοιπόν πριν 201 χρόνια οι Τούρκοι πέρασαν το αυλάκι και ακολούθησε το Ολοκαύτωμα της Κασσάνδρας ή ο «Μεγάλος Χαλασμός» όπως έχει επικρατήσει στον απλό λαό. Ουσιαστικά με το πέρασμα του καναλιού από τους Οθωμανούς σβήνει και η τελευταία φλόγα των Χαλκιδικιωτών για απελευθέρωση από τους Τούρκους κατακτητές. Μια επανάσταση που ξεκίνησε στις 17 Μαΐου στον Πολύγυρο και ολοκληρώθηκε μετά και την είσοδο των Τούρκων στο Άγιο Όρος στα μέσα του Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

Η Κασσάνδρα αντιστάθηκε εναντίον του Δυνάστη για περίπου έξι μήνες και πλήρωσε ακριβά το τίμημα της αντίστασης αυτής. Από τη στιγμή που πέρασαν το αυλάκι και έπειτα τα τουρκικά στίφη ξεχύθηκαν στη χερσόνησο και διέπραξαν οποιαδήποτε θηριωδία βάνει ο ανθρώπινος λογισμός, ρημάζοντας και ερημώνοντας. Δε θα επεκταθώ στην παρούσα ανάρτηση σε πολλά ιστορικά στοιχεία. Απλά θα τονίσω πόσο μεγάλη ήταν η προσφορά της αντίστασης της Χαλκιδικής στη δημιουργία του πρώτου επίσημου ελληνικού κράτους την 3η Φεβρουαρίου 1830 με την καθυστέρηση των στρατευμάτων του Μπεχράμ Πασά στον τόπο μας, αλλά και στη συνέχεια με τη συμμετοχή των Χαλκιδικιωτών Αγωνιστών στον Αγώνα στη Νότια Ελλάδα.

Τέλος θα παραθέσω ένα ανέκδοτο απόσπασμα από το νέο μου ιστορικό μυθιστόρημα «Χνάρια από αίμα» που θα εκδοθεί μέχρι τέλους του έτους.

«Ο Κωνσταντής που τα άκουγε όλα αυτά, ρώτησε με ενδιαφέρον: «Πώς το πέρασαν; Γιατί δεν τους σταματήσατε;»

«Σύντροφε, όπως γνωρίζεις, τα νερά εκεί είναι πιο ρηχά σε σχέση με το υπόλοιπο κανάλι. Τόσες μάχες κάναμε με τους οχτρούς όλον αυτόν τον καιρό, θα το πρόσεξαν. Ίσως και να τους το πρόφτασε και κανείς καλοθελητής δικός μας. Δεν ξέρω με βεβαιότητα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το γνώριζαν. Γι’ αυτό έστησαν όλο αυτό το σχέδιο. Να τραβήξουν τους άντρες στη μεριά σας και μετά να στραφούν σε μας και να περάσουν απέναντι χωρίς μεγάλη αντίσταση. Μόλις ξεκίνησε η μάχη στο μέρος μας, είδαμε πολλούς Τούρκους συγκεντρωμένους στην απέναντι μεριά να μας παρατηρούν, χωρίς να χρησιμοποιούν τα ντουφέκια τους. Αρχικά δε δώσαμε πολλή σημασία. Είχαμε την προσοχή μας σε σας που πολεμούσατε. Ύστερα από λίγο παρατηρήσαμε ότι έρχονταν μέχρι την άκρη των βράχων και πετούσαν διάφορα σακιά με χώμα, μαλλιά, μεγάλα σανίδια, βαρέλια και κλαδιά από δέντρα. Ένας από τους συντρόφους μας τους περιγέλασε. «Οι Τούρκοι δεν έχουν άλλη δουλειά να κάνουν και πετούν σκουπίδια στο νερό. Οι απανωτές κατραπακιές τούς σάλεψαν το μυαλό. Τι μπουνταλάδες! Το έχασαν εντελώς».

Κάποιοι δικοί μας γέλασαν με τα λόγια του συντρόφου μας, κάποιοι έκαναν γκριμάτσες. Ο μόνος που δεν είπε το παραμικρό ήταν ο Μεγάλος Γιαννιός. Ήταν σκεφτικός και αναποφάσιστος.

Οι Τούρκοι από την πλευρά τους συνέχισαν τον ίδιο χαβά. Όσο περνούσε η ώρα άρχισε να αχνοφαίνεται μια λωρίδα πάνω στο νερό. Σχηματιζόταν ένα μονοπάτι που πλησίαζε επικίνδυνα προς την πλευρά μας. Μόλις πέρασαν τη μέση οι Τούρκοι πατώντας πάνω στα μπάζα που πετούσαν, ακούστηκε έντρομη η φωνή του Μεγάλου Γιαννιού: «Άντρες, φωτιά. Με το κόλπο αυτό θέλουν να περάσουν απέναντι».

Μετά τις φωνές του Καπετάνιου μας αρχίσαμε να ρίχνουμε ακατάπαυστα βόλια. Όμως ήταν αργά. Μας είχαν κοντέψει πάρα πολύ και συνέχισαν να ρίχνουν σακιά. Οι πρώτοι που ήταν σιμά μας σωριάστηκαν. Μερικοί από δαύτους λαβώθηκαν, κάποιοι σκοτώθηκαν. Μέχρι να γεμίσουμε δεύτερη φορά τα ντουφέκια μας, οι Τούρκοι χωρίς καθυστέρηση φανέρωσαν τακτικά σώματα στρατού που γνώριζαν την τέχνη του πολέμου. Με επιδέξιες κινήσεις πάτησαν πάνω στα σακιά που είχαν πετάξει και έτρεξαν προς το μέρος μας. Ξαναρίξαμε. Πάλι κάποιοι ξαπλώθηκαν χάμω, όμως δεν σταμάτησαν και πήδηξαν με μικρά αλματάκια στο νερό. Στη συνέχεια ανέβηκαν την πλαγιά. Αρχικά αντισταθήκαμε. Μόλις όμως αντικρίσαμε τον πολυάριθμο στρατό τους να πλησιάζει, πισωπατήσαμε. Βγάλαμε τα γιαταγάνια μας, για να αντισταθούμε. Για λίγη ώρα ακουγόταν μόνο οι ήχοι από τα σπαθιά μας. Όμως όταν πέρασαν πάρα πολλοί Τούρκοι στη μεριά μας, μάς έκαναν γιούργια. Δεν μπορούσαμε να τους αντιμετωπίσουμε. Τότε τραπήκαμε σε φυγή όπως σας προείπα».

Όση ώρα μας τα εξιστορούσε όλα αυτά είχαν κοντέψει ο Αγγελής και ο Αυγερινός. Τα άκουσαν σχεδόν όλα. Η θλίψη και ο φόβος είχαν αποτυπωθεί στα μάτια τους. Όμως έπρεπε να δράσουν γρήγορα. Έπρεπε να το πληροφορηθεί ο κυρ-Μανολάκης.

Ο σύντροφος συμπλήρωσε την ώρα που κοιταζόντουσαν στα μάτια οι δυο καπεταναίοι: «Εγώ φεύγω. Θα πάω στην «Απάνω Χώρα*». Κάποιοι δικοί μας ετοιμάζουν άμυνα εκεί. Καλό είναι να με ακολουθήσετε, αφού ειδοποιήσετε και τους άλλους συντρόφους σας. Οι Τούρκοι από στιγμή σε στιγμή θα φτάσουν εδώ».

Μόλις ολοκλήρωσε, γύρισε την πλάτη του και με ταχύ βήμα διάβηκε για το μέρος που ανέφερε πρωτύτερα.

Ο Αγγελής χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξε να ειδοποιήσει τον κυρ-Μανολάκη. Ο Αυγερινός έμεινε στο πόδι του και μας είπε: «Σύντροφοι, τα μάτια σας δεκατέσσερα στα αριστερά σας. Αν αντιληφθείτε το παραμικρό, ελάτε κοντά μου με τα τουφέκια σας. Πρέπει να οργανώσουμε άμυνα. Πιστεύω ότι, μέχρι να εμφανιστούν, θα έχει επιστρέψει ο Αγγελής. Θα τον περιμένουμε και μετά θα κινηθούμε».

Δεν αντέδρασε κανείς. Του κουνήσαμε τα χέρια μας ότι συμφωνούμε και στρέψαμε με τον Κωνσταντή το βλέμμα μας προς τα αριστερά. Οι συνθήκες γίνονταν πάρα πολύ στενάχωρες.

Μετά από λίγο ακούσαμε φασαρία από την πλευρά που φοβόμασταν. Φωνές και πυροβολισμοί έσκιζαν τον αγέρα. Πιάσαμε τα ντουφέκια μας και αναμέναμε. Σε λίγο φάνηκαν δικοί μας αρματωμένοι. Ξεχώρισα το Μεγάλο Γιαννιό με κάποιους άντρες του να ρίχνουν βόλια προς τα πίσω. Κινηθήκαμε προς το μέρος τους να τους βοηθήσουμε. Μόλις μας είδε, ένα αμυδρό χαμόγελο ξεχώρισε στα ταλαιπωρημένα χείλη του.

Αντικρίζοντάς μας φώναξε στους άντρες του: «Κουράγιο, παλικάρια μου. Φτάσαμε στους δικούς μας. Θα μας συντρέξουν».

Αρχίσαμε να πυροβολούμε προς το μέρος που είχε κουρνιαχτό και συγκεντρωμένους άντρες. Ήταν τόσοι πολλοί αυτοί που τους ακολουθούσαν που τρομάξαμε. Χωρίς δεύτερη σκέψη αρχίσαμε να πισωπατάμε αργά μέχρι που ακουμπήσαμε τα κορμιά στους τοίχους του φυλακίου. Ξαφνικά ακούστηκε η φωνή του Αγγελή: «Ήρθα. Με ακολουθεί παραπίσω και ο κυρ-Μανολάκης με μερικούς άντρες».

Με το άκουσμα της φωνής του συντοπίτη μας χαρήκαμε, χωρίς να σταματήσουμε να ρίχνουμε μπαρουτόβολα στο ασκέρι των Τούρκων που όλο και πλησίαζε. Πύκνωνε επικίνδυνα. Αν δεν αντιδρούσαμε γρήγορα, θα μας κύκλωναν και θα ήταν δύσκολο να ξεφύγουμε.

«Παλικάρια, όλοι μαζί μου. Θα στήσουμε άμυνα στα χωριά Πίνακα* και Κύψελα*. Αν δεν τους κρατήσουμε εκεί, θα στήσουμε πάνω στην κορυφογραμμή «Απάνω Χώρα». Πρέπει να τους κρατήσουμε όσο μπορούμε περισσότερο, για να ξεφύγουν οι ανήμποροι και τα γυναικόπαιδα».

Έπειτα από τα τελευταία λόγια του Άρχοντα Μανολάκη μαζευτήκαμε κοντά όλοι και αργά, πλάτη με πλάτη κατευθυνθήκαμε προς τα μέρη που ανέφερε ο αρχηγός. Δίπλα μου έστεκαν ο Αγγελής, ο Αυγερινός και ο Κωνσταντής».

Τιμή και δόξα στους ήρωες.

Χρήστος Αθ. Φυλαχτός

Απάντηση