Ένα πλαστό από την ιδιοκτήτρια του φούρνου που ήταν γεμάτο δραχμές
Εκείνα τα χρόνια σε κάθε γειτονιά υπήρχε και
ένας φούρνος. Σε πολλά μάλιστα χωριά σε ερώτηση
περαστικού για τον πληθυσμό του χωριού, απαντούσαν οι κάτοικοί του με το πλήθος των φούρνων που
είχε το χωριό τους και για το οποίο ήταν και πολύ περισσότερο σίγουροι.
Στη γειτονιά μας είχαμε τον φούρνο του Παϊπάτη, του μπάρμπα Θόδωρου του παντοπώλη. Η γυναίκα του, η γιαγιά Μαρίγια, είχε την πλήρη εποπτεία
του. Κανόνιζε τη σειρά με την
οποία οι γειτόνισσες θα άναβαν τον φούρνο της για να
ψήσουν το βδομαδιάτικο
ψωμί τους. Αυτή βέβαια είχε
και τον τελευταίο λόγο για το
πότε ο φούρνος ήταν έτοιμος
από άποψη θερμοκρασίας για
το φούρνισμα.
Κοίταζε το χρώμα των
εσωτερικών τούβλων του θόλου του φούρνου και έτσι
αποφάσιζε για πότε θα σταματούσαν να ρίχνουν άλλα
πουρναρίσια κλαδιά στον φούρνο. Τότε, με το “στράβλιστρο”, το μεγάλο κατάμαυρο κοντάρι, αφαιρούσαν τα κλαδιά που ακόμη έκαιγαν και με ένα βρεγμένο
πανί στην άκρη ενός κονταριού, καθάριζαν το δάπεδο
του φούρνου από τα κάρβουνα και τη στάχτη για να
δεχθεί το ψωμί.
Η κάθε οικοκυρά κανόνιζε να κάνει και ένα μικρό
πλαστό ως αμοιβή για την ιδιοκτήτρια του φούρνου.
Ο φούρνος είχε μπροστά ένα υπόστεγο, όπως είναι
ο νάρθηκας της εκκλησιάς, για τις κακοκαιρίες. Εκεί
στριμωχνόμασταν και εμείς τα μικρά παιδιά περιμένοντας να φάμε το μυρωδάτο αχνιστό ψωμί, όταν ζύμωναν οι μητέρες μας και κυρίως τις βροχερές ημέρες του
χρόνου για τα παιχνίδια μας.
Εκεί, όμως, στο υπόστεγο αυτό μαζεύονταν και οικότες της γειτονιάς για να «πουρπλιστούν», δηλαδή για
να κατρακυλιστούν στις πεσμένες στο έδαφος στάχτες
του φούρνου, προκειμένου να διώξουν τα παράσιτα από
τα φτερά τους και κυρίως όταν έβρεχε ή χιόνιζε.
Η γιαγιά Μαρίγια, η ιδιοκτήτρια του φούρνου, είχε
μεγάλη μανία εκδίωξης των ορνίθων από το φούρνο
της. Το καθημερινό κυνηγητό με τις κότες είχε γίνει
αρρώστια στα γεράματά της. Από το πρωί γέμιζε την
ποδιά της με πέτρες και όλη την ημέρα τις κυνηγούσε για να μην πηγαίνουν στην
αυλή του φούρνου της.
Μια μέρα, μια πέτρα που
έριξε για τις κότες αναπήδησε καθώς κτύπησε πάνω σε
μια πέτρα του δρόμου που μας
χώριζε από το φούρνο της και
έσπασε το τζάμι του παραθύρου της γιαγιάς μου.
Το βράδυ που επέστρεψε η γιαγιά μου από τα χωράφια είδε το τζάμι σπασμένο και στεναχωρέθηκε γιατί άξιζε και χρήματα που δεν
είχαμε, αλλά και έπρεπε να το παραγγείλει από την
Αρναία. Υπέθεσε ότι κάποια άτακτα παιδιά από άλλη
γειτονιά θα το έσπασαν. Το τζάμι το πέρασε ξανά και
σχεδόν είχε ξεχάσει το γεγονός αυτό.
Μια μέρα η φουρνάρισσα αυτή έδωσε στη γιαγιά
μου μία φεδούλα, δηλαδή ένα μικρό μακρόστενο ψωμί,
που είχε ζυμώσει εκείνη την ημέρα. Η γιαγιά μου το χάρηκε πάρα πολύ και φώναξε εμένα και τα δύο αδέλφια
μου να πάμε να το φάμε ζεστό. Το έσπασε με τα χέρια
της και μας το μοίρασε. Κάθε λίγο και λιγάκι σε κάθε
χαψιά τα δόντια μας δάγκωναν και μια δραχμή. Η απορία μας και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Αθροίσαμε
τις δραχμές και βρέθηκε το ποσό των 13 δραχμών, που
άξιζε το τζάμι. Έτσι η γιαγιά μας κατάλαβε το μυστικό
και το κράτησε κρυφό από την ίδια και από τη γειτονιά.
του Σταύρου Αυγολούπη Καθηγητή Αστρονομίας, Α.Π.Θ.
απο την ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
«Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ»
To ergoxalkidikis.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι αυτό δε σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, καθώς αυτές εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη, σχολιαστή ή αρθρογράφο.







