«Μ’ ΑΣ ΜΑΣ ΜΑΣ’Ν» (και άλλοι Χαλκιδικώτικοι Γλωσσοδέτες)

Εμείς οι Χαλκιδικιώτες χαρακτηριζόμαστε από
μία υψηλή αίσθηση του

χιούμορ! Αυτό αντικατοπτρίζεται στα αναρίθμητα μασάλια μας, που δεν χάνουμε
ευκαιρία να τα απολαμβάνουμε μεταξύ μας καθώς και
στα αναρίθμητα παρανόμια , που «κολλούμε» αφειδώς
ο ένας στον άλλο. Βασικό χαρακτηριστικό του Χαλκιδικώτικου χιούμορ είναι ο αυτοσαρκασμός, που όταν
γίνεται με το Χαλκιδικιώτικο ταλέντο και την Χαλκιδικιώτικη γλώσσα αποτελεί πηγή αστείρευτου γέλιου. 

Θα αναφέρω κάποια μασάλια όπως τα θυμάμαι να
τα λένε μεταξύ τους οι αγαπημένοι μου συμπατριώτες,
στα οποία αυτοσαρκάζοντες και την ντοπολαλιά τους
το διασκεδάζουν με την ψυχή τους. 

    Ευχαριστώ θερμά τον Πολυγυρινό φίλο μου, μαθηματικό Κώστα Κοντογιαννόπουλο καθώς και τον Αρναιώτη φίλο μου Δημήτρη Κουμπωτή, που μου πρόσφεραν τις ακριβές τους θύμησες επί του θέματος για
να τις ενώσω με τις δικές μου

1. «ΜΑΣ ΜΑΣ ΜΑΣ’Ν»

    Συναντώνται δύο συνομήλικοι νεαροί, που πλησίαζε η ηλικία τους να στρατολογηθούν. Ο ένας από αυτούς μόλις είχε πληροφορηθεί ότι είχαν «μαζέψει» και
είχαν «ντύσει» (στρατιωτικά) τους λίγο μεγαλύτερούς
τους και οσονούπω πλησίαζε ο καιρός που θα «μάζευαν» και θα «έντυναν» και τους ίδιους. 

   Ανακοίνωσε λοιπόν με έξαψη ο νεαρός αυτός την πληροφορία
που έμαθε στον συνομήλικό του, ο οποίος όμως έδειξε
παγερή αδιαφορία για το επικείμενο στρατιωτικό τους
«μάζεμα» και για το στρατιωτικό τους «ντύσιμο». Ιδού
ο διάλογος που διημείφθη μεταξύ τους: 

  1ος νεαρός: Τά μαθις τα νέα! Τσ’ έντσαν τσ’ αλ(ι)νοί! 
  2ος νεαρός: Μας τσ’ έντσαν. 
  1ος νεαρός: Μα θα μας μασ’ν κι μας! 
  2ος νεαρός: Μας μας μασ’ν.
 Μεθερμηνευόμενος ο διάλογος σημαίνει: 
  1ος νεαρός: Τά ‘μαθες τα νέα! Τους έντυσαν τους
άλλους.

  2ος νεαρός: Ας τους έντυσαν. 
 1ος νεαρός: Μα θα μας μαζέψουν κι εμάς! 
  2ος νεαρός: Ας μας μαζέψουν.
Η έκφραση «μας μας μασ’ν» (ας μας μαζέψουν)
έμεινε στην καθημερινότητα των Χαλκιδικιωτών και
την χρησιμοποιούν όταν θέλουν να εκφράσουν την
απόλυτη αδιαφορία τους για κάτι που συμβαίνει ή επίκειται να συμβεί. 





 

2. «Η Θ’ΚΟΣ ΜΑΣ Η Δ’ΜΗΤΡΗΣ» 
     Εκείνα τα χρόνια τα στερημένα, για πολλά αγόρια,
που πήγαιναν να υπηρετήσουν στον Στρατό, ήταν η
πρώτη φορά στη ζωή τους, που έτρωγαν συστηματικά
και χορταστικά και που ξεκουράζονταν από την καθημερινή σκληρή αγροτική δουλειά. Έτσι θυμάμαι πολλούς συμπατριώτες μου στρατιώτες, όταν επέστρεφαν
από τη στρατιωτική τους θητεία, να είναι καλοθρεμμένοι και ξανανεωμένοι. Αυτό έκανε τ’ θειά τ’ Ναστασιά
να απορεί και να λέει: «Μαρή, τι τσ’ ταΐζ’ν ικεί στου
Στρατό κι γέντι ούλ(ι)νοι σα θριφτάρια»!

   Σχετικά με τα ανωτέρω η μάνα μου διηγόταν, πως
όταν ήταν μικρή στο διπλανό τους σπίτι κατοικούσε
μια πολυμελής, πάμπτωχη οικογένεια. Όταν το μεγάλο
παιδί της οικογένειας αυτής, ο Δημήτρης, κλήθηκε να
πάει να υπηρετήσει στο Στρατό τα μικρότερα αδέλφια
του σκάρωσαν και τραγουδούσαν εν χορώ ένα τραγουδάκι καλοτυχίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον Δημήτρη τους για τις λιχουδιές, που θα έτρωγε σε αφθονία στο Στρατό, που για τα ίδια ήταν όνειρο απατηλό!
 Ιδού οι στίχοι του αυτοσχέδιου τραγουδιού:
    «Η θ’κός μας η Δμήτρης θα πάει φανταράκους. 
    Θα τρώει κουραμάνα, θα τρώει ρ’ζούγαλίγκουν, 
    θα τρώει χαλβαδίγκουν κι ένα μ’σούρ μι φακή».
 Το οποίο μεθερμηνευόμενο σημαίνει:
    «Ο δικός μας ο Δημήτρης θα πάει φανταράκος. 
    Θα τρώει κουραμάνα, θα τρώει ρυζόγαλο 
     θα τρώει χαλβά και μια πιατέλα με φακές».
   Προφανώς με την παραμόρφωση των λέξεων ρυζόγαλο σε ρ’ζουγαλίγκουν και χαλβά και χαλβαδίγκουν
ή ήθελαν να τονίσουν την μεγάλη ποσότητα και την
αξία του ρυζόγαλου και του χαλβά, που θα έτρωγε ο
Δημήτρης και με τη λέξη μ’σούρ, που σημαίνει μεγάλο
πιάτο (βαθύ), ήθελαν να τονίσουν την άφθονη ποσότητα φακής που θα έτρωγε!

3. «ΤΙ Π’ΛΕΙΣ ΙΣΥ;» 
Σ’ ένα πανηγύρι ένας πωλητής πουλούσε εκείνα τα
αλησμόνητα πήλινα (καμωμένα από πηλό) μικρά σταμνάκια (κανατούδια), που είχαν στο πλάι τους ένα διάτρητο σωληνάκι (τσουλ(ι)ναρούδι με τρύπες). Τα
παιδιά τα γέμιζαν νερό και φύσαγαν στο στόμιο από
το σωληνάκι. Τότε ακουγόταν ένας κελαριστός ήχος
σαν λάλημα πουλιού προς μεγάλη διασκέδασή τους. 
Κάποιος πελάτης πλησίασε τον πωλητή αυτόν και
ιδού ο διάλογος που διημείφθη μεταξύ τους:

    Πελάτης: Τι π’λείς, ισύ. 
    Πωλητής: Πλω π’λιά ιγό. 
    Πελάτης: Αμ’ δε πλεις π’λιά. Π’λό π’λεις κτάζου.
    Πωλητής: Π’λό π’λώ αλά τι π’λό! Π’λο π’ λαλεί σα π’λί!
 Το οποίο μεθερμηνευόμενο σημαίνει:
     Πελάτης: Τι πουλείς, εσύ. 
     Πωλητής: Πουλιά πουλώ εγώ.
     Πελάτης: Αμ δεν πουλείς πουλιά. Πηλό πουλείς
κοιτάζω.         Πωλητής: Πηλό πουλώ αλλά τί πηλό! Πηλό που
λαλεί σαν πουλί!

4. «… ΚΑΤ’ ΚΑΝ(Ι) “TAK TAK”» 
   Πήγε κάποιος το αυτοκίνητό του στο συνεργείο.
 Όταν
τον ρώτησε ο υπάλληλος του συνεργείου τι πρόβλημα έχει
με το αυτοκίνητό του, έλαβε την εξής απάντηση: 
      Καπ’ καπ’, κάτ’ κάτ’, 
      κάτ’ κάν'(ι) “τακ τακ”. 
  Τουτέστιν: 
      Κάπου κάπου, κάτω κάτω,
      κάτι κάνει “τακ τακ

5. «ΕΝΑ Κ’ΤΙ, ΜΑ ΤΙ Κ’ΤΙ»! 
Αλλόφρων η μάκου η Μαρίγια έκτρεξε στο σπίτι
της Πανάιους και, χωρίς να πάρει αναπνοή, της λέει:
 «Τί ήταν αυτό που είδαν τα μάτια μ’ κι που άκ’σαν τα
φτιά μ’, μαρή Πανάιου!”. 
“Τί ήταν αυτό που είδαν ταμάτια σ’ κι που άκ’σαν τα φτιάσ’, καλή μ’ μάκου Μαρίγια;”, 
της απάντησε η Πανάιου. 
  “Να, καλή μ'”, συνέχισε η μάκου η Μαρίγια
 “ικεί σντ’ πλατέα ήρτι ένα
αμάξ(ι) μι φαντάρ’. 
Κι ένας φαντάρους είχι απού ντ’
μπάντα τ’ ένα κ’τι. 
Ένα κ’τι, μα τί κ’τι! Είχι ένα κ’τί
π’του έκρενε.
 Κι όταν του έκρενε του κ’τί η φαντάρους τουν έκρενε και του κ’τί του φαντάρου. 
Μαρή,
τί ήταν αυτό!”.
    Το οποίο μεθερμηνευόμενο σημαίνει: 
   “Να, καλή μου, εκεί στην πλατεία ήρθε ένα αμάξι με
φαντάρους. 
Και ένας φαντάρος είχε δίπλα του ένα κουτί.
 Ένα κουτί, μα τί κουτί! Είχε ένα κουτί που του μιλούσε.
 Και όταν του μιλούσε του κουτιού ο φαντάρος του μιλούσε και το κουτί του φαντάρου.
 Μαρή τί ήταν αυτό!”
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 
     Πιστεύω ότι τα Χαλκιδικιώτικα αυτά μασάλια
εκτός από τη νοσταλγία που μας προκαλούν, εξακολουθούν να μας προσφέρουν και σήμερα το γέλιο γι’
αυτό είναι ιδιαίτερα πολύτιμα. Το γέλιο είναι φάρμακο για την ψυχή, λένε οι σύγχρονοι ψυχολόγοι. Αυτό
το είχε ανακαλύψει πριν από αυτούς, η θειά η Τρανταφλιά, που όταν ήταν στις «μαύρες» της έβγαινε στο
μπαλκόνι και φώναζε τις γειτόνισσες: «Ιλάτι να γιλάσουμι, μαρή. Ιλάτε να πούμι κανένα μασάλ(ι) κι να
γιλάσουμε. Ιλάτε να γιλάσουμι!».
                                                                                       
                                                                        Γιάννης Τσίκουλας 
                                                                       Ομ. Καθηγητής Παιδιατρικής Α.Π.Θ
                                                                         απο την  ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ                                                                                         ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ 
                                                                                   «Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ»



To ergoxalkidikis.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι αυτό δε σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, καθώς αυτές εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη, σχολιαστή ή αρθρογράφο.


Επισκόπηση απορρήτου
ΕΡΓΟΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.

Απολύτως απαραίτητα cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.