Πανδημία: Έτος τρίτο και τελευταίο

Βρισκόμαστε στο τέταρτο, ίσως το πέμπτο (ποιος μετράει πια…) κύμα της πανδημίας και πλέον πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Αυτή είναι η κατάσταση. Έχει περάσει πολύς καιρός από την έναρξη και δεν έχει κανένα νόημα να κοιτάμε την πανδημία με τους όρους των πρώτων ημερών. Στην αρχή δεν υπήρχε ειδική γνώση, δεν υπήρχε ειδική θεραπεία, δεν υπήρχε χρόνος αντίδρασης από τους γιατρούς, δεν υπήρχε εμβόλιο, δεν υπήρχε κανενός είδους εμπειρία της (δικής μας) κοινωνίας στην αντιμετώπιση παρόμοιας κατάστασης. Πλέον τα εμβόλια έχουν επιφέρει σαφή αποτελέσματα και η έως τώρα εμπειρία αποδεικνύει ότι ο συνδυασμός τους με απλές συμπεριφορές (μάσκα, αποστάσεις, απολύμανση) είναι ικανός να συμμαζέψει τα πράγματα και να διασώσει μεγάλο μέρος από ό,τι ο καθένας μας μπορεί να εννοεί ως κανονικότητα.

Καλό είναι να θυμηθούμε τι ακριβώς μας απασχολούσε πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Ήταν τα μνημόνια «τότε», μόλις δυόμισι χρόνια πριν, από τα οποία βγαίναμε και δεν βγαίναμε. Στην πραγματικότητα, ήταν η χρεοκοπία, η οποία έδειχνε ότι πλησιάζει στο τέλος της. Η χώρα έμοιαζε να σταθεροποιείται και το ζητούμενο ήταν η ανάταξή της και η είσοδος σε αναπτυξιακή τροχιά. Ήταν το υψηλό δημόσιο χρέος, η ανεργία, η ανασφάλεια, η φορολογία, η ικανότητα του κρατικού μηχανισμού να υπηρετήσει τον πολίτη. Ήταν η γήρανση του πληθυσμού, η έξοδος των νέων στο εξωτερικό, οι μισθοί, η κατάρρευση ή «κατάρρευση» του ασφαλιστικού, η παιδεία, η υγεία, η δημόσια τάξη, το προσφυγικό.

Δεν έχει, σήμερα, ιδιαίτερη σημασία το τι θεωρούσε ο καθένας ως λύση για τα θέματα της χώρας. Σημασία έχει η παραδοχή του ότι τα θέματα ήταν υπαρκτά και ότι έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Τεράστια σημασία σήμερα έχει να αποδεχθούμε ότι οι οριζόντιες αναστολές δραστηριοτήτων που επέβαλε, στο πρώτο στάδιό της η πανδημία, έφερε, θα έφερνε, υστέρηση σε οτιδήποτε θα δρομολογούσε ο οποιοσδήποτε ως λύση των υφιστάμενων προβλημάτων. Σημασία, έχει, ιδιαίτερα τώρα, να αποδεχθούμε ότι μια χρεοκοπημένη και ταλαιπωρημένη χώρα, που έτσι κι αλλιώς χρειαζόταν πολλή προσπάθεια ακόμη για να ορθοποδήσει, δεν μπορεί, δεν έχει την πολυτέλεια, να αναζητεί οριζόντια κλειδώματα, αγνοώντας την κατάσταση στην οποία βρισκόταν και βρίσκεται.

Κοινωνικά, η κανονικότητα συνίσταται στην απόφαση εκάστου από εμάς να επιβιώσει με συγκρότηση, προσπάθεια, θυσίες και διάσωση όσων περισσότερων συνηθειών είναι εφικτό, όσες πανδημίες και δεινά τυχόν έρθουν. Ουδείς, πριν από τη γέννησή του υπέγραψε συμβόλαιο ότι όλα θα είναι ανθηρά και ευχάριστα. Στην πραγματική ζωή, μάλλον το αντίθετο ισχύει. Η προσπάθεια θα φέρει τα αποτελέσματα. Η προσπάθεια είναι συνάρτηση και της κατάστασης του μυαλού, της νοοτροπίας. Το ίδιο ισχύει και πολιτικά, για τα κράτη. Αν θέλουμε το κράτος μας να ευημερήσει και μέσω αυτού και να ευημερήσουμε και οι πολίτες, οφείλουμε να επιδιώξουμε την ανάπτυξή του και εν μέσω πανδημίας. Δεν μπορεί να είναι η αναστολή το ζητούμενο, μονοθεματικά. Οφείλουμε επίσης να αποδεχθούμε την πραγματικότητα: Παλεύουμε με ό,τι έχουμε και ό,τι μπορούμε να αποκτήσουμε στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας και δεν παραιτούμαστε της προσπάθειας, επειδή δεν έχουμε όσα θα επιθυμούσαμε σε έναν ιδανικό κόσμο.

Κατά συνέπεια, στο τρίτο έτος της πανδημίας, που μόλις ξεκινά, οφείλουμε να σταματήσουμε να λειτουργούμε με τον τρόπο που λειτουργήσαμε έως τώρα. Αναστολή δραστηριοτήτων είναι αδιανόητη, εφόσον τα εμβόλια βρέθηκαν και αποδείχθηκε ότι λειτουργούν. Έχουμε, υπερδανεισμένοι όντας, δανειστεί ακόμα ένα τσουβάλι χρήματα, για τα οποία δεν ξέρουμε ακόμη αν θα μπορούμε να τα αποπληρώσουμε. Ο υπερδανεισμός στο παρελθόν έφερε μνημόνια και μόλις βγήκαμε από αυτά (όπως βγήκαμε…) ξαναδανειστήκαμε, χωρίς στο μεταξύ να έχουμε λύσει τα προηγούμενα προβλήματά μας. Μπορεί να τον επέβαλε η πανδημία, αλλά δεν παύει να είναι πρόβλημα προς επίλυση. Με άλλα λόγια, πρέπει να συνεχίσουμε την προσπάθεια ανάταξης της χώρας είτε ανακοπεί πλήρως η πανδημία είτε όχι. Δεν έχουμε επιλογή.

Προσπάθεια ανάταξης της χώρας, οφείλουμε να «θυμηθούμε», σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η όποια κυβέρνηση εφαρμόζει το πρόγραμμά της και η όποια αντιπολίτευση καταθέτει τις δικές της προτάσεις σε περιβάλλον ομαλότητας. Και ότι όλα τούτα κρίνονται στις εκλογές, όποτε αυτές γίνουν. Προσπάθεια ανάταξης της χώρας δεν είναι οι εκλογές από μόνες τους. Πολύ περισσότερο, δεν είναι η ατέρμονη συζήτηση που ξεκινά από την επομένη των εκλογών και έχει ως θέμα το πότε θα είναι καλύτερα για το κόμμα που νίκησε να προκηρύξει πάλι εκλογές, ώστε να νικήσει ξανά. Με τα οπαδιλίκια (νίκη για τη νίκη, χωρίς κανόνες), δεν προοδεύουν τα κράτη. Το περιβάλλον ομαλότητας δεν το αναιρεί η ύπαρξη της πανδημίας, όσο οξεία και αν εμφανίζεται κατά περιόδους. Το περιβάλλον ομαλότητας το διαταράσσει η αγνόηση της κοινής λογικής, η οποία υποδεικνύει πως πρέπει όλοι να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας, μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο, χωρίς υστερήσεις και πισωγυρίσματα και χωρίς μνημονιακού τύπου κουτοπονηριές, δηλαδή προσπάθεια να φορτώσουμε το βάρος της προσαρμογής στους διπλανούς. Αν συνυπολογίσουμε ότι ταυτόχρονα με την πανδημία μάς προέκυψε και όξυνση των σχέσεων με την Τουρκία, όξυνση η οποία εξελίσσεται αμείωτη, τότε η όποια αναστολή σχεδίων και προτεραιοτήτων μοιάζει αφόρητη πολυτέλεια.

Μιας λοιπόν και το 2022 είναι το τελευταίο πλήρες έτος πριν από τις εκλογές (!) αλλά το πρώτο μέσα στο οποίο ο εμβολιασμός δίνει ισχυρά σήματα ελέγχου της πανδημίας, το στοίχημα είναι ένα και μοναδικό. Να συνεχίσουμε να λειτουργούμε, χωρίς να καθιστούμε οποιοδήποτε από τα δύο προτεραιότητα.

Λογικά, έχουμε μάθει…

Άρθρο του Δημήτρη Γαλλή

Ο Δημήτρης Γαλλής είναι δικηγόρος

freesunday.gr

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: