Χειροτονητήριος Λόγος του Επισκόπου Μπουκόμπας και Δυτικής Τανζανίας κ. Χρυσοστόμου

Ενώπιον του Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας κ πάσης Αφρικής κ.κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, σήμερα 19 Φεβρουαρίου τ.έ., στην Ι.Μ. Αγίου Σάββα Αλεξανδρείας έδωσε το Μεγάλο Μήνυμα ο Θεοφιλέστατος εψηφισμένος Επίσκοπος Μπουκόμπα και Δυτικής Τανζανίας κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, συμπροσευχομένου του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ, Κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως, της αντιπροσωπείας του Δήμου Αριστοτέλη, αποτελουμένης εκ του Αντιδημάρχου κ. Νικολάου Αυγερινού και των Δημοτικών Συμβούλων κ. Αστερίου Τζιτζιρίκα και κ. Νικήτα Μαρτυγάκη, και πολλών προσκυνητών! Άξιος!!!!

«Τό ἔ­λε­ος σου, Κύ­ρι­ε, κα­τα­δι­ώ­ξει με πά­σας τάς ἡ­μέ­ρας τῆς ζω­ῆς μου».

Δό­ξαν, εὐ­χα­ρι­στί­αν καί προ­σκύ­νη­σιν ἀ­να­πέμ­πω εἰς τόν τρι­σά­γιον Θε­όν, τόν Πα­τέ­ρα, τόν Υἱ­όν καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, τόν εὐρ­γε­τή­σαν­τα με ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός μου, Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Πά­πα καί Πα­τριά­ρχα μου τῆς ἐν Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ᾳ καί πά­σῃ τῆ Ἀ­φρι­κῆ Ἐκ­κλη­σί­ας.

Δό­ξαν καί εὐ­χα­ρι­στί­αν καί προ­σκύ­νη­σιν διά τήν κα­τα­δί­ω­ξιν μου μέ τήν ἀ­γά­πην Του.

Ὅ­σο κα­τα­τρεγ­μό ζοῦ­σα στήν πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς μου, τό­σο ἔ­νι­ω­θα τό ἔ­λε­ος τοῦ Κυ­ρί­ου νά μέ κα­τα­δι­ώ­κει. Ὅ­σο τά κύ­μα­τα τῶν δο­κι­μα­σι­ῶν ὀρ­θώ­νον­ταν γιά νά μέ κα­τα­πιοῦν, τό­σο τό ἔ­λε­ος καί ἡ ἀ­γά­πη Τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ μας, μέ ὁ­δη­γοῦ­σαν σέ γα­λή­νιο λι­μά­νι.

Ξε­κι­νῶν­τας τό πο­λυ­κύ­μαν­το τα­ξί­δι τῆς ζω­ῆς ἀ­πό τό Πλω­μά­ρι τῆς Λέ­σβου, ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα μου κα­πε­τά­νιο Πα­να­γι­ώ­τη καί τήν μη­τέ­ρα μου κα­πε­τά­νισ­σα Μυρ­σί­νη, θυ­μᾶ­μαι τόν ἔ­φη­βο Δη­μή­τρη, πρίν 50 χρό­νια τώ­ρα, με­τά ἀ­πό ἕ­να κα­τη­χη­τι­κό μά­θη­μα ἀ­πό τόν μα­κα­ρι­στό Ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κα Ἀρ­χιμ. Ἱ­ε­ρό­θε­ο Λυ­γε­ρό στόν Ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο Πλω­μα­ρί­ου νά σκιρ­τᾶ ἡ καρ­διά του γιά τήν ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή καί νά δί­δει ὑ­πό­σχε­ση νά ἀ­κο­λου­θή­σει τήν ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κή τρί­βον.

Με­τά τό μά­θη­μα ἐ­κεῖ στήν αὑ­λή τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, εἴ­πα­με μέ τούς συμ­μα­θη­τές μου:

-Πᾶ­με γιά τήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή, παι­διά;

Ποῦ νά ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τό τό τα­ξί­δι, πού ξε­κί­νη­σε ἀ­πό τήν ἐ­φη­βεί­α, ἔ­με­λλε νά πιά­σει λι­μά­νι στήν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νή Ἐκ­κλη­σί­α καί στήν δυ­τι­κή ὄ­χθη τῆς λί­μνης Βι­κτώ­ριας, στήν Μπου­κόμ­πα τῆς Ταν­ζα­νί­ας;

Α. Καί ἀρ­χί­ζει ἡ κα­τα­δί­ω­ξη τοῦ Θε­οῦ.

Ἐρ­χό­με­νος στήν Ἀ­θή­να ἐ­κεῖ ὁ μα­κα­ρι­στός Μη­τρο­πο­λί­της Φλω­ρί­νης Αὐ­γου­στῖ­νος, μοῦ δί­δα­ξε τήν ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή καί μοῦ γνώ­ρι­σε τόν Ἅ­γιο Κο­σμᾶ τόν Αἰ­τω­λό, πού ἀ­πό τό­τε ἔ­γι­νε τό Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κό πρό­τυ­πο μου στήν ἱ­ε­ρα­τι­κή μου ζω­ή. Πα­ράλ­λη­λα ὁ σύν­δε­σμος μου μέ τόν μα­κα­ρι­στό ἱ­ε­ρα­πό­στο­λο τοῦ Κογ­κό Κο­σμᾶ Γρη­γο­ριά­τη καί ἡ μα­θη­τεί­α κον­τά στόν ση­με­ρι­νό Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀλ­βα­νί­ας Ἀ­να­στά­σιο μοῦ ἔ­δει­ξαν τήν Ἐ­ξω­τε­ρι­κή Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή, πού ἀ­πό τό­τε μέ σα­γή­νευ­ε καί μοῦ ἔ­μα­θε κα­λά, «ὅ­τι μιά Ἐκ­κλη­σί­α χω­ρίς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή εἶ­ναι μιά Ἐκ­κλη­σί­α χω­ρίς ἀ­πο­στο­λή».

Ἐρ­χό­με­νος στή Νέ­α Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους ὁ μα­κα­ρι­στός Γέ­ρον­τας μου ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Σπυ­ρί­δων, με­τά τήν χει­ρο­το­νί­α μου στή Μο­νή τῆς με­τα­νοί­ας μου τήν Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου, μέ ἔρ­ρι­ξε στήν θά­λασ­σα τοῦ κό­σμου δί­πλα στόν μα­κα­ρι­στό Δε­σπό­τη μου Ἱ­ε­ρισ­σοῦ Νι­κό­δη­μο. Ἔ­μει­να κον­τά του 32 χρό­νια ὡς Ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κας καί Πρω­το­σύγ­γε­λος του καί 6 κον­τά στόν ση­με­ρι­νό Μη­τρο­πο­λί­τη Θε­ό­κλη­το, ἔ­χον­τας πά­λι τήν πε­ποί­θη­ση, ὅ­τι ἔ­κα­να ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή. Κη­ρύτ­των, ἱε­ρουρ­γῶν, ἐ­λε­ῶν τούς με­γά­λους καί κυ­ρί­ως τά παι­διά καί τή νε­ο­λαί­α ἐ­πί 38 χρό­νια, εἶ­χα τή συ­νεί­δη­ση, ὅ­τι ἔ­κα­να ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή στήν Χαλ­κι­δι­κή.

Ἡ μα­θη­τεί­α μου κον­τά στόν μα­κα­ρι­στό π. Ἀν­τώ­νιο Ἀ­λε­βι­ζό­που­λο, μέ ἔ­κα­νε νά ἀ­σχο­λη­θῶ ὡς ὑ­πεύ­θυ­νος τοῦ ἀν­τι­αι­ρε­τι­κοῦ ἔρ­γου στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος, μέ ἕ­να ἄλ­λο εἶ­δος ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς, τήν ἐ­πι­στρο­φή τῶν ἐν πλά­νῃ καί αἱ­ρέ­σει εὑρι­σκο­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν.

Πρίν 30 χρό­νια δο­κί­μα­σα νά ἐ­ξέλ­θω πρός Ἀλ­βα­νί­αν με­τά ἀ­πό πρό­σκλη­ση τοῦ Μα­κα­ρι­ω­τά­του Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­να­στα­σί­ου, κον­τά στόν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πη­ρέ­τη­σα 2 χρό­νια στόν ἀ­γῶ­να γιά τήν ἀ­να­στή­λω­ση τῆς δι­ω­χθεί­σης ἐ­κεῖ Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ δι­ωγ­μός ὅ­μως ἀ­πό τό Ἀρ­γυ­ρό­κα­στρο, στα­μά­τη­σε ἐ­κεί­νη τήν καρ­πο­φό­ρα προ­σπά­θεια, μα­θαί­νον­τας μου κα­λά, ὅ­τι ἡ ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή εἶ­ναι ἄρ­ση Σταυ­ροῦ. Ἐ­δῶ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τά κύ­μα­τα τοῦ βί­ου καί τοῦ ἅ­δου πῆ­γαν νά μέ κα­τα­πιοῦν. Εὐ­χα­ρι­στῶ τόν Κύ­ριο γι­’­αὐ­τή τήν ἐμ­πει­ρί­α τοῦ δι­ωγ­μοῦ γιά τήν ἀ­γά­πη Του. Ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σα τήν ἄ­βυσ­σο τῆς κα­κί­ας τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά ἐ­κεῖ ἐ­βί­ω­σα καί τό χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, τοῦ λυ­τρώ­σαν­τος με «ἐξ ἅ­δου κα­τω­τά­του».

Β. Καί ἡ κα­τα­δί­ω­ξη συ­νε­χί­ζε­ται.

«Τοῦ βί­ου τήν θά­λασ­σαν, ὑ­ψου­μέ­νην κα­θο­ρῶν, τῶν πει­ρα­σμῶν τῷ κλύ­δω­νι, τῷ εὐ­δί­ῳ λι­μέ­νι σου προσ­δρα­μῶν, βο­ῶ σοι∙ ἀ­νά­γα­γε, ἐκ φθο­ρᾶς τήν ζω­ήν μου Πο­λυ­έ­λε­ε».

Πρίν 20 χρό­νια ἔ­γι­νε ἡ πρώ­τη κλή­ση ἀ­πό τόν προ­κά­το­χο Σας μαρ­τυ­ρι­κό Πα­τριά­ρχη Πέ­τρο, νά κα­τέ­βω στήν Ἀ­φρι­κή. Ἀ­πό τό 2009 μέ πο­λι­ορ­κεῖ ἡ ἀ­γά­πη Σας συ­στη­μα­τι­κά, ἀ­φοῦ ἐ­πί δε­κα­ε­τί­α πη­γαι­νο­ερ­χό­μου­να στό Κογ­κό κον­τά στόν πο­λύ­κλαυ­στο ἀ­δελ­φό Νι­κη­φό­ρο, δι­δά­σκον­τας στή Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή καί μα­θαί­νον­τας τήν ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή τῆς Ἀ­φρι­κῆς.

Ἐ­δῶ καί 10 χρό­νια ἔ­ζη­σα τήν ἡσυ­χα­στι­κή ζω­ή στήν Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Σι­λουα­νοῦ, πού μέ προ­ε­τοί­μα­σε γι’ αὐ­τή τήν ὥ­ρα καί τήν στιγ­μή.

Καί ἐ­νῶ πί­στευ­α, ὅ­τι θά ἔ­με­να στό γα­λή­νιο λι­μά­νι τῆς Ἑλ­λα­δι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως Ἱ­ε­ρισ­σοῦ, καί στό κελ­λί μου στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, τό τι­μό­νι τῆς ζω­ῆς στρά­φη­κε πρός τόν Σταυ­ρόν τοῦ Νό­του, ὑ­πα­κού­ον­τας στήν πρό­σκλη­ση Σας, Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Πά­τερ καί Δέ­σπο­τα. Ἡ κα­πε­τά­νισ­σα μη­τέ­ρα μου Μυρ­σί­νη πού μᾶς βλέ­πει αὐ­τή τή στιγ­μή μέ­σα ἀ­πό τήν τη­λε­ο­πτι­κή με­τά­δο­ση τοῦ 4Ε, στό ὁ­ποῖ­ο μέ τόν μα­κα­ρι­στό Γέ­ρον­τα Θε­ό­φι­λο ἔ­κα­να ἑ­κα­τον­τά­δες ἐκ­πομ­πές, ἡ μη­τέ­ρα μου πρώ­τη καί με­τά ὁ Σεβ. Ἱ­ε­ρισ­σοῦ Θε­ό­κλη­τος, τόν ὁ­ποῖ­ον δι­η­κό­νη­σα 6 χρό­νια, μα­ζί μέ τόν Ἱ­ω­αν­νί­νων Μά­ξι­μο μέ ἐν­θάρ­ρυ­ναν γιά τήν ἔ­ξο­δο μου καί τόν ἐλ­λι­με­νι­σμό μου στήν πραγ­μα­τι­κή ἀ­γά­πη Σας, Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε. Ἔ­τσι πρίν 18 μῆ­νες ἀγ­κυ­ρο­βό­λη­σα στό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας.

Τώ­ρα ὁ Πα­τριά­ρχης μου, μοῦ ἀ­νέ­θε­σε νά γί­νω ὁ κή­ρυ­κας τῆς σω­τη­ρί­ας καί κα­θο­δη­γη­τής τῶν πι­στῶν στήν Μπου­κόμ­πα τῆς Ταν­ζα­νί­ας.

Τώ­ρα ὅ­μως ἀρ­χί­ζουν τά δύ­σκο­λα.

Γ. Τώ­ρα ἀρ­χί­ζει ἡ σκλη­ρή κα­τα­δί­ω­ξη τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­ταν ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς, «ὁ ἐ­πί­σκο­πος τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν» ζη­τᾶ ἀ­πό αὐ­τούς πού τόν ἀ­κο­λου­θοῦν νά ση­κώ­σουν τόν Σταυ­ρό Του καί τούς ποι­μέ­νες δι­α­δό­χους Του, νά «εἶ­ναι ἕτοι­μοι νά θυ­σιά­σουν τήν ψυ­χή τους ὑ­πέρ τοῦ ποι­μνί­ου» ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι, πό­σο ἕ­τοι­μος εἶ­μαι γιά θυ­σί­α;

Ὅ­ταν οἱ προ­στά­τες μου Ἅ­γιοι, Δη­μή­τριος καί Χρυ­σό­στο­μος προ­βάλ­λουν τό μαρ­τύ­ριο, ὡς τρό­πο ζω­ῆς, πῶς θά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω, τό μαρ­τύ­ριο καί τόν Σταυ­ρό πού μέ πε­ρι­μέ­νει;

Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γρά­φει στόν Τι­μό­θε­ο καί ζη­τᾶ «ὁ ἐ­πί­σκο­πος νά εἶ­ναι ἀ­δι­ά­βλη­τος· νά εἶ­ναι προ­σε­κτι­κός, συ­νε­τός, εὐ­πρε­πής, φι­λό­ξε­νος, κα­λός δά­σκα­λος. Νά μήν εἶ­ναι, βί­αι­ος, αἰ­σχρο­κερ­δής, ἀλ­λά νά εἶ­ναι ἐ­πι­ει­κής, εἰ­ρη­νι­κός καί ἀ­φι­λο­χρή­μα­τος… νά ἔ­χει κα­λή φή­μη κι ἔ­ξω ἀ­πό τήν ἐκ­κλη­σί­α». (Τιμ. 3, 2-7)

Ζη­τᾶ «νά ὑ­πο­μέ­νω κό­πους καί ὀ­νει­δι­σμούς». (Τιμ.4, 10), «νά προ­σέ­χω τόν ἑ­αυ­τό μου καί τή δι­δα­σκα­λί­α μου… νά εἶ­μαι ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τος». (Τιμ.4, 16).

Τό­τε στόν Τι­μό­θε­ο καί σή­με­ρα στόν ἐ­λά­χι­στον ἐ­μέ πα­ραγ­γέ­λει «τήν πα­ρα­κα­τα­θή­κην φύ­λα­ξον», δι­α­φύ­λα­ξε αὐ­τό πού σοῦ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε ὁ Χρι­στός καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α (Τιμ.6, 20).

Ποι­ά δύ­να­μη θά πρέ­πει νά ἔ­χω, ὅ­ταν μοῦ ζη­τᾶ νά ἔ­χω «πνεῦ­μα δυ­νά­μης καί ἀ­γά­πης καί σω­φρο­σύ­νης καί ὄ­χι πνεῦ­μα δει­λί­ας. Νά μήν ντρέ­πο­μαι νά τόν ὁ­μο­λο­γῶ… Νά εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νά κα­κο­πα­θή­σω γιά τό κή­ρυγ­μα τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου» (Β΄Τιμ. 1,7). «Κα­κο­πά­θη­σε», μοῦ λέ­ει, «σάν κα­λός στρα­τι­ώ­της τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ»(Β΄ Τιμ.2, 3).

Στόν Τί­το πα­ραγ­γέλ­λει, ὅ­τι «ὁ ἐ­πί­σκο­πος, ὡς δι­α­χει­ρι­στής τοῦ Θε­οῦ, πρέ­πει νά εἶ­ναι ἀ­δι­ά­βλη­τος· νά μήν εἶ­ναι ὑ­πε­ρο­πτι­κός, εὐ­έ­ξα­πτος, μέ­θυ­σος, φι­λό­νι­κος, καί νά μήν ἐ­πι­δι­ώ­κει ἀ­θέ­μι­τα κέρ­δη». (Τιτ.1, 7). Πῶς θά μπο­ρέ­σω νά τι­θα­σεύ­σω τά πά­θη μου πού ἐμ­φω­λεύ­ουν καί νά μήν ἐ­πη­ρε­ά­ζουν τίς σκέ­ψεις, τίς ἀ­πο­φά­σεις καί τίς ἐ­νέρ­γει­ες μου; Γιά τά θέ­μα­τα αὐ­τά δι­α­βά­ζον­τας τό «Συμ­βου­λευ­τι­κό Ἐγ­χει­ρί­διο» τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, πρός τόν ξά­δελ­φο του Ἐ­πί­σκο­πο Εὐ­ρί­που Ἱε­ρό­θε­ο, τό ὁ­ποῖ­ο με­τέ­φρα­σε ὁ Γέ­ρον­τας μου ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Βε­νέ­δι­κτος Νε­ο­σκη­τι­ώ­της, ἔ­μει­να ἄ­φω­νος καί ἀ­να­ρω­τή­θη­κα:

-Ποῦ πά­ω.

Ὁ­πό­τε, ψυ­χή μου, ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή δέν ἔ­χεις. Πρέ­πει νά ἀλ­λά­ξεις τε­λεί­ως τρό­πο ζω­ῆς, γιά νά σω­θεῖς.

Ὁ Ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ὁ Ἐ­πί­σκο­πος εἶ­ναι «αὐ­τός ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λαμ­βά­νει τήν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί κα­λεῖ­ται νά τό δι­α­τη­ρή­σει ἄ­σπι­λο, ἄ­νευ οἱ­ου­δή­πο­τε ψό­γου πού μπο­ρεῖ νά κα­τα­στρέ­ψει τήν εὐ­πρέ­πειά του». Κα­τα­λή­γει δέ στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι «εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο εἴ­τε κά­ποι­ος, νά ἀρ­νη­θεῖ νά ἀ­να­λά­βει τό ἐ­πι­σκο­πι­κό ἀ­ξί­ω­μα, εἴ­τε, νά ἐλ­πί­ζει στήν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ προ­κει­μέ­νου νά πράτ­τει τό θεῖ­ο θέ­λη­μα ἔ­τσι πού νά κα­τα­στεῖ ἄ­ξιος τῆς δω­ρε­ᾶς τοῦ Θε­οῦ». Πῶς σ’ αὐ­τόν τόν αἰ­ῶ­να τόν ἀ­πα­τε­ῶ­να, θά δι­α­τη­ρή­σω τίς βα­πτι­σμα­τι­κές, μο­να­χι­κές, ἱ­ε­ρα­τι­κές καί ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κές μου ὑ­πο­σχέ­σεις;

Ὅ­ταν ὁ Με­γά­λος Ἱ­ε­ρα­πό­στο­λος καί Ἰ­σα­πό­στο­λος Κο­σμᾶς Αἰ­τω­λός, τό πρό­τυ­πο μου, λέ­ει «ὅ­τι εἶ­ναι δύ­σκο­λον τήν σή­με­ρον νά σω­θοῦν πα­τριά­ρχαι, ἀρ­χι­ε­ρεῖς, ἱ­ε­ρεῖς», καί γιά νά σω­θοῦν ζη­τᾶ με­τά­νοι­α «τώ­ρα πού ἔ­χε­τε και­ρόν, ἅ­γιοι ἱ­ε­ρεῖς», πῶς νά ἐλ­πί­ζω στήν σω­τη­ρί­α μου ὡς Ἐ­πί­σκο­πος;

Ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος Συ­με­ών ὁ νέ­ος Θε­ο­λό­γος λέ­ει, «ὅ­τι πολ­λοί Ἐ­πί­σκο­ποι σή­με­ρα στήν Ἐκ­κλη­σί­α θά ἦ­σαν οἱ λα­ϊ­κοί στήν ἀρ­χαί­α Ἐκ­κλη­σί­α καί ὄ­χι Κλη­ρι­κοί», πῶς βα­δί­ζω στό ἀ­νώ­τε­ρο Ἐ­πι­σκο­πι­κό ἀ­ξί­ω­μα;

Ὅ­ταν ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς καί ὅ­λοι οἱ ἡ­συ­χα­στές ζη­τοῦν ἀ­πό τόν Ἐ­πί­σκο­πο νά εἶ­ναι στή θέ­ω­ση καί εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού θά χει­ρα­γω­γή­σει τούς πι­στούς στόν φω­τι­σμό καί τήν θέ­ω­ση, πῶς ὁ τυ­φλός θά ὁ­δη­γή­σω ἀ­πλα­νῶς τούς πι­στούς, ἀ­φοῦ ἀ­κό­μη δέν ἔ­χω ξε­κι­νή­σει τήν κά­θαρ­ση;

Ὅ­ταν οἱ γε­ρον­τά­δες μου μοῦ ἔ­λε­γαν μιά ζω­ή, ὅ­τι «ἄν ἔ­χεις λί­γες πι­θα­νό­τη­τες νά σω­θεῖς σάν ἱ­ε­ρεύς καί ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρες ἔ­χεις ὡς ἀρ­χι­ε­ρεύς», πῶς θά ὁ­δη­γή­σω ἄλ­λους εἰς σω­τη­ρί­αν;

Πα­ρα­κα­λῶ τούς Ἁ­γί­ους τῆς Ἀ­φρι­κῆς, τούς Ἁ­γί­ους μου πού ἰ­δι­αί­τε­ρα σέ­βο­μαι Ἅ­γιο Χρυ­σό­στο­μο νά μέ στη­ρί­ζει, τόν Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρα Δη­μή­τριο νά μέ δυ­να­μώ­νει, τόν Ἰ­σα­πό­στο­λο Κο­σμᾶ νά μέ κα­θο­δη­γεῖ, τόν οὐ­ρα­νο­βά­μο­να Σι­λουα­νό νά μέ φω­τί­ζει, τούς Ἁ­γί­ους Ἱ­ε­ράρ­χας, τόν Μυ­ρέ­ων Νι­κό­λα­ο νά γα­λη­νεύ­ει τή ψυ­χή μου, τόν Τρι­μυ­θοῦν­τος Σπυ­ρί­δω­να νά δι­α­λύ­ει τίς πα­γί­δες καί τόν Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριο νά τα­κτο­ποι­εῖ τά προ­βλή­μα­τα.

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε, Σε­βα­στοί Ἅ­γιοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, χο­ρεί­α πρε­σβυ­τέ­ρων, δι­α­κό­νων καί ἀ­γα­πη­μέ­νοι χρι­στια­νοί, ἡ πα­ρου­σί­α σας, ἡ ἀ­γά­πη σας καί οἱ εὐ­χές σας εἶ­ναι αὐ­τές πού θά μι­λή­σουν στό Σω­τῆ­ρα Κύ­ριο νά στέ­κει δί­πλα μου, νά μέ κα­θο­δη­γεῖ «εἰς νο­μάς χα­ρι­σμά­των». Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ! Εὐ­χα­ρι­στῶ ὅ­λους τούς εὐ­ερ­γέ­τας μου καί συ­νερ­γά­τες μου στό ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Προ­σφέ­ρω τή συγ­χώ­ρη­ση πρός ὅ­λους ὅ­σοι μέ πί­κρα­ναν, μέ κα­τη­γό­ρη­σαν δι­καί­ως ἤ ἀ­δί­κως, πρός ὅ­σους μέ πα­ρηγ­κώνι­σαν. Ἡ δυ­σκο­λί­α μου εἶ­ναι μέ ὅ­σους μέ ἐμ­πό­δι­σαν στό ἔρ­γο τῆς ἱ­ε­ρο­κη­ρυ­κτι­κῆς δι­α­κο­νί­ας μου. Ὁ Κύ­ριος νά τούς συγ­χω­ρεῖ καί νά τούς φω­τί­ζει. Καί ὅ­σους ἔ­βλα­ψα ἐν λό­γῳ ἤ ἔρ­γῳ ἤ δι­α­νοί­ᾳ ζη­τῶ τή συγ­χώ­ρε­ση τους.

Πα­ρα­κα­λῶ τή γλυ­κειά μου μα­νού­λα, τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο, νά μή μέ ἀ­φή­σει ἀ­πό τήν γλυ­κειά ἀγ­κα­λιά της, γιά νά μπο­ρέ­σω νά δεί­ξω καί στούς τα­πει­νούς καί βα­σα­νι­σμέ­νους ἀ­φρι­κα­νούς τό λι­μά­νι τῆς ἀ­γά­πης της.

Στόν γλυ­κύ­τα­το μου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, «τό ἐ­µ­όν ἔ­ρω­τα», «τόν ἐ­µ­όν γλυ­κύ­τα­τον μου αὐ­θέν­την καί δε­σπό­την», τήν «ζω­ήν τῆς ζω­ῆς μου», «τήν ψυ­χήν τῆς ψυ­χῆς μου» δί­νω τό ἑ­αυ­τό μου.

Δέν ἀν­τέ­χω στή σκέ­ψη, ὅ­τι ὡς Ἐ­πί­σκο­πος εἶ­μαι εἰς τύ­πον καί τό­πον Χρι­στοῦ. Μᾶλ­λον τόν ἐ­κλι­πα­ρῶ, Ἐ­κεῖ­νος νά εἶ­ναι ἀν­τί ἐ­μοῦ. Νά ἐ­νερ­γεῖ δι­’­ ἐ­μοῦ. Νά μή ζῶ ἐ­γώ. Νά μή «ζῶ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ», ἀλ­λά κα­τά τήν παύ­λει­ον ρῆ­σιν, νά ζεῖ ὁ Χρι­στός «ἐν ἐ­μοί». Δέν θέ­λω νά εἶ­μαι στήν θέ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Θέ­λω νά εἶ­ναι ὁ Χρι­στός στή θέ­ση μου.

Δ΄ Πα­ρά­κλη­ση γιά κα­τα­δί­ω­ξη

Πα­ρα­κα­λῶ τό ἔ­λε­ος Του νά μέ κα­τα­δι­ώ­κει καί στήν Μπου­κόμ­πα, ὅ­που μέ ἀ­πο­στέ­λλει ἡ τω­ρι­νή μη­τέ­ρα μου Ἀ­λε­ξαν­δρι­νή Ἐκ­κλη­σί­α καί ὁ πα­τέ­ρας καί Πα­τριά­ρχης μου κ. Θε­ό­δω­ρος.

Τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γιον, πα­ρα­κα­λῶ, νά σκη­νώ­σει στήν Μπου­κόμ­πα καί νά αὐ­ξά­νει τήν οἰ­κο­δο­μήν τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, ὥ­στε νά γί­νου­με καί μεῖς στήν Ἀ­φρι­κή «συμ­πο­λῖ­ται τῶν ἁ­γί­ων καί οἰκεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ»(Ἐ­φεσ.2,19). Πι­στεύ­ω, σύν Θε­ῶ, μέ τήν καλ­λι­έρ­γεια τῆς ἀ­δι­ά­λει­πτης προ­σευ­χῆς καί τῆς με­τά­νοι­ας θά ἔ­χου­με πολ­λούς τούς καρ­πούς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Τό ἔ­λε­ος Του, πα­ρα­κα­λῶ, νά φέ­ρει κον­τά μας συ­νερ­γά­τες καί ἀ­δελ­φούς εἰς τόν κα­ταρ­τι­σμόν τοῦ σώ­μα­τος τῆς ἐν Ἀ­φρι­κῆ Ἐκ­κλη­σί­ας καί νά συ­νε­τί­ζει τούς ψευ­δα­δέλ­φους ἀ­πό τόν βορ­ρά, πού ἔρ­χον­ται νά «κλέ­ψουν, νά θύ­σουν καί νά ἀ­πο­λέ­σουν».

«Μή πα­ρα­κα­λῶ σας, μή λη­σμο­νᾶ­τε στή χώ­ρα σας» τήν τω­ρι­νή φτω­χή μου χώ­ρα, τήν Ταν­ζα­νί­α. Τήν ἀ­γά­πη Σας, πα­ρα­κα­λῶ, ἐ­σᾶς πλού­σιοι σέ ἀ­γά­πη Ἕλ­λη­νες ὀρ­θό­δο­ξοι, μή ξε­χνᾶ­τε καί μᾶς τούς φτω­χούς τῆς Μπου­κόμ­πας μέ τίς λα­σπο­κα­λύ­βες να­ούς, τούς ἱ­ε­ρεῖς μέ τίς κου­ρε­λι­α­σμέ­νες στο­λές, τά ξυ­πό­λυ­τα καί γυ­μνά παι­διά μας, τούς φτω­χούς χρι­στια­νούς μας, τίς ἄ­πει­ρες ἀ­νάγ­κες, καί προ­πάν­των τά ἑκα­το­μμύ­ρια ψυ­χές πού πλα­νῶν­ται στό σκο­τά­δι τῆς πλά­νης καί τῆς αἵ­ρε­σης. Βο­η­θεῖ­στε μας νά ξε­φύ­γουν ἀ­πό τήν τυ­ραν­νί­α. Ἐ­σεῖς συ­νέλ­λη­νες πα­τρι­ῶ­τες Μα­κε­δό­νες, πού μέ τόν Με­γα­λέ­ξαν­δρο φθά­σα­με μέ­χρι ἐ­δῶ στήν ὄ­μορ­φη Ἀ­λε­ξάν­δρεια, στήν Ἀ­φρι­κή καί τήν Ἀ­σί­α ἐκ­πο­λι­τί­ζον­τας, βο­η­θεῖ­στε ἑ­νω­μέ­νοι νά με­τα­λαμ­πα­δεύ­σου­με τήν Ἁ­γί­α μας Ὀρ­θο­δο­ξί­α «ἕ­ως ἐ­σχά­του τῆς γῆς». Κά­ποι­οι στό μέ­τω­πο τῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς καί ἄλ­λοι στά με­τό­πι­σθεν βο­η­θεῖ­στε, νά φω­τι­σθεῖ ὁ κό­σμος, νά βα­πτι­σθεῖ στήν Ἁ­γί­α Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί νά γί­νουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι «παι­διά Θε­οῦ».

Ρω­τά­ει ὁ Πα­τρο­κο­σμᾶς: «Τώ­ρα, ἀ­δελ­φοί µ­ου, τί ση­µ­εῖ­ον καρ­τε­ροῦ­µ­εν; Δέν καρ­τε­ροῦ­µ­εν ἄλ­λo πα­ρά πό­τε νά λά­µ­ψῃ ὁ Πα­νά­γιος Σταυ­ρός εἰς τόν οὐ­ρα­νόν πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πό τόν ἥ­λιον καί νά λά­µ­ψῃ ὁ γλυ­κύ­τα­τός µ­ας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός καί Θε­ός ἑ­πτά φο­ράς πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πό τόν ἥ­λιον, µ­έ χί­λι­ες χι­λιά­δες καί µ­ύ­ρι­ες µ­υ­ριά­δες ἀγ­γέ­λους µ­έ δό­ξαν θε­ϊ­κήν».

Καρ­τε­ροῦ­μεν, πῶς, οἱ Ἀ­φρι­κα­νοί ἀ­δελ­φοί μας θά γί­νουν μέ­λη τί­μια τῆς Ἁ­γί­ας Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, τοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας.

Καρ­τε­ροῦ­μεν, Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε, Πά­πα καί Πα­τριά­ρχη μου, νά μνη­μο­νεύ­ε­ται ἀ­π’­ ἄ­κρου εἰς ἄ­κρον τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τριά­ρχου μας, τοῦ ἑνός Πα­τριά­ρχου τῆς Ἀ­φρι­κῆς, τοῦ δι­α­δό­χου τοῦ Ἀπ. καί Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Μάρ­κου, τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τέ­ρα τῶν χρι­στια­νῶν τῆς Ἀ­φρι­κῆς.

Ναί, καρ­τε­ροῦ­μεν, πῶς θά λάμ­ψει ὁ Σταυ­ρός τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας μας στήν Ἀ­φρι­κή, γιά τήν δό­ξα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, γιά τήν δό­ξα τοῦ Χρι­στοῦ μας, ᾧ ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων . Ἀ­μήν.

επισκοπου-2

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: