Διαφορετικά Χριστούγεννα

Γράφει ο Χρήστος Φυλαχτός

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα χωριό, στις πλαγιές ενός βουνού, ζούσαν δυο παιδιά που ήταν συμμαθητές στην ίδια τάξη του σχολείου. Η Λίνα και ο Τριαντάφυλλος.

Η Λίνα είχε έναν μικρότερο αδερφό, το Λευτέρη και δυο πολύ αγαπημένους γονείς.

Ο Τριαντάφυλλος είχε μια μικρότερη αδερφή, τη Νάσια, και τη μητέρα του. Ο πατέρας του είχε ταξιδέψει από πολύ νωρίς για το ταξίδι εκείνο που δεν έχει επιστροφή.

Η Λίνα και ο Τριαντάφυλλος ήταν αχώριστοι. Στο σχολείο, στο σπίτι, στα παιχνίδια, στις καλοκαιρινές διακοπές. Παντού. Όλοι γνώριζαν στο χωριό πώς προέκυψε αυτή η φιλία.

Όταν και τα δύο παιδιά πήγαιναν στη Δευτέρα τάξη του Δημοτικού, την Παραμονή των Χριστουγέννων συνέβη ένα ξεχωριστό γεγονός που τους έκανε «αδέρφια»:

«Ήταν απόγευμα, Παραμονή Χριστουγέννων, όταν η Λίνα πηγαίνοντας στο μπακάλικο του χωριού για να αγοράσει αλεύρι για την «μπουγάτσα» του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού πρόσεξε το μικρό Τριαντάφυλλο στην πετρόχτιστη βρύση του πάρκου της Κάτω γειτονιάς, δίπλα στο γυμνό μελαγχολικό πλατάνι. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

– Τριαντάφυλλε, γιατί κάθεσαι μόνος; Δεν έπρεπε να είσαι στο σπίτι σου και να ξεκουράζεσαι; Αύριο δε θα πεις τα κάλαντα;

Ο Τριαντάφυλλος την κοίταξε με τα μαύρα αμυγδαλωτά μάτια του και της αποκρίθηκε:

– Λίνα δε θα πω τα κάλαντα αύριο. Δε θέλω…

– Γιατί; Τι συνέβη;

– Να Λίνα, άρχισε να μασάει τα λόγια του ο Τριαντάφυλλος. Η μάνα δε θέλει να πάω γιατί όλοι θα λένε «να ο ορφανός» και θα μου δίνουν ελεημοσύνη.

Η Λίνα ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά ακούγοντας τις λέξεις ορφανός και ελεημοσύνη. Ήξερε από το σχολείο ότι ορφανός είναι αυτός που δεν έχει έναν από τους δυο γονείς γονείς ή και τους δυο. Όμως ελεημοσύνη γιατί; Τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα στο χωριό τους – και όχι μόνο, συνέχιζαν ένα έθιμο που υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια.

Γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και μάζευαν αρχικά – τα πρώτα χρόνια – κουλούρες και στη συνέχεια πεσκέσια ή χρήματα. Ήταν μεγάλη χαρά και ευλογία στα σπίτια να μπαίνουν παιδιά και να λένε τα κάλαντα.

– Τριαντάφυλλε, μήπως είναι κάτι άλλο; Πες μου. Μπορεί να σε βοηθήσω αν θες.

Ο Τριαντάφυλλος την ξανακοίταξε στα μάτια. Αυτή τη φορά η ματιά του όμως ήταν διαφορετική…

Τη Λίνα από πάντα τη συμπαθούσε. Όταν πρωτοπήγε στο Νηπιαγωγείο και την αντίκρισε, εντυπωσιάστηκε από εκείνο το αδύνατο κοριτσάκι με τα υπέροχα κοτσιδάκια.. Όμως δεν μπόρεσε να έρθει κοντά της γιατί συνέβησαν όλα αυτά με τον πατέρα. Καθόταν και στην απάνω γειτονιά.

– Όχι Λίνα, προσπάθησε να την καθησυχάσει αυτός. Απλά δε θέλω να στενοχωρήσω τη μητέρα και την αδερφή μου.

– Τριαντάφυλλε μπορείς να περιμένεις λίγο, να πάω μέχρι το μαγαζί να ψωνίσω αυτά που μού ζήτησε η μητέρα και να ξανάρθω;

– Βεβαίως, Λίνα. Εδώ θα είμαι. Πού να πάω;

Τα τελευταία λόγια αντήχησαν κάπως στα αυτιά της Λίνας.

Η Λίνα με βιαστικά βήματα απομακρύνθηκε από κοντά του. Σ’ όλη τη διαδρομή σκεφτόταν τον Τριαντάφυλλο. Θυμήθηκε την πρώτη γνωριμία τους στο Νηπιαγωγείο. Όμως μεσολάβησε ο χαμός του πατέρα του. Καθόταν και στην Κάτω γειτονιά και δεν μπόρεσε να τον γνωρίσει καλά.

Μετά από ένα διάστημα, που ξαναγύρισε – στα μέσα της χρονιάς – άρχισαν να κάνουν παρέα. Είχε όμως πάντα κάτι το θλιμμένο πάνω του…

Μπήκε στο μαγαζί και άρχισε να ψωνίζει. Αφού πήρε τα ψώνια γύρισε στο φίλο της, ο οποίος την περίμενε συλλογισμένος.

– Τι σκέφτεσαι, Τριαντάφυλλε; Πού ταξιδεύεις;

– Τίποτα, της απάντησε εκείνος.

– Έλα, πες μου, τον παρακάλεσε εκείνη.

Ο Τριαντάφυλλος βλέποντας την πάλι στα μάτια ένιωσε ξαφνικά μια ανείπωτη ζεστασιά μέσα του. Δεν απάντησε. Κατέβασε μόνο το κεφάλι χαμηλά.

Μετά από λίγες στιγμές σιωπής και ενώ τα δυο παιδιά καθόταν βουβά, το ένα δίπλα στο άλλο, ο Ντάφι – έτσι τον έλεγε η αδερφή του – τάραξε τη γαλήνη της νυχτιάς.

– Λίνα, ξέρεις τι είναι αυτό που με σκοτώνει αυτές τις άγιες μέρες;

Χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε μόνος του:

– Η απουσία του πατέρα. Δεν είμαστε πια ολοκληρωμένη οικογένεια.

Η Λίνα ένιωσε ένα ελαφρύ ρίγος να διαπερνά το παιδικό κορμί της. Ο φίλος της δεν ήταν καλά. Το ένιωθε.

– Το ξέρω. Δεν είναι εύκολο να κάνεις γιορτές χωρίς τα δικά σου άτομα.

– Λίνα δεν είναι μόνο αυτό. Η απουσία του πατέρα ίσως… αναπληρωθεί από τη μάνα. Φαντάσου όμως να δουλεύει η μάνα στο εργοστάσιο, να αμοίβεται με πολύ λίγα ευρώ το μήνα, να μην της δίνουν δώρο και να την διώχνουν λέγοντας ότι τα χρόνια είναι δύσκολα – και δεν έχει πια δουλειά. Πώς να σκεφτείς μετά τις γιορτές, τα παιχνίδια των παιδιών, το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, τα παιδιά σου, τον εαυτό σου.

Λέγοντας τα τελευταίες λέξεις ξέσπασε σε λυγμούς.

Τα τελευταία λόγια ακούστηκαν κάπως περίεργα στα αυτιά της Λίνας. Τι θα απογίνει η οικογένεια του φίλου της; σκέφτηκε. Πώς θα τα βγάλουν πέρα; Ποιος θα τους εξασφαλίζει τροφή; Αυτές και άλλες σκέψεις πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό της Λίνας την ώρα που ο συμμαθητής της έκλαιγε σιμά της.

Έπρεπε να βρει μια λύση για να βγάλει από το αδιέξοδο το συμμαθητή της. Στη στιγμή κατάστρωσε το σχέδιο της με το παιδικό της μυαλό. Έπρεπε να το βάλει σε εφαρμογή.

Αφού ηρέμησε το φίλο της, πήγαν μαζί στο σπίτι της, άφησαν τα ψώνια και από εκεί πήγαν στο σπίτι του συμμαθητή της. Παρά τις αντιρρήσεις του Τριαντάφυλλου και της μητέρας του συμφώνησαν την επόμενη μέρα να πουν μαζί τα Κάλαντα.

Στη συνέχεια έθεσε σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος του σχεδίου της, που ήταν το κεφάλαιο «Οι γονείς της».

Την ώρα του βραδινού φαγητού τούς ενημέρωσε για το απογευματινό περιστατικό και τους παρακάλεσε να προσκαλέσουν την οικογένεια του Τριαντάφυλλου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Οι δυο γονείς κοιτάχτηκαν στα μάτια μην μπορώντας να πιστέψουν πώς έχουν μέσα στο σπίτι τους ένα τόσο καλό και ώριμο παιδί. Αφού την αγκάλιασαν και οι δυο, της είπαν να πάρει τηλέφωνο στο φίλο και στην υπόλοιπη οικογένειά του και να τους προσκαλέσει στο αυριανό χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Την ώρα που οι δυο συμμαθητές συνομιλούσαν, ο πατέρας πήρε από το κινητό του τηλέφωνο έναν ξάδερφό του που έψαχνε για μια υπάλληλο για το μαγαζί του και εξασφάλισε στη μητέρα του Τριαντάφυλλου εργασία.

Την επομένη μέρα οι δυο οικογένειες έφαγαν μαζί, αφού πρώτα έκοψαν την μπουγάτσα. Από εκείνη τη βραδιά και μετά τα δυο παιδιά έγιναν αχώριστα.»

Ο μικρός Χριστούλης είχε κάνει το θαύμα του σ’ αυτό το μικρό χωριό.

Χρήστος Αθ. Φυλαχτός

Η παραπάνω ιστορία είχε ευτυχές τέλος.

Συμβαίνει όμως το ίδιο σήμερα; Πόσα παιδιά και ενήλικες έχουν την ανάγκη μας; Πόσοι πεινάνε ή χάνουν τη δουλειά τους καθημερινά;

Ας ελπίσουμε η γέννηση του Χριστού και ο νέος χρόνος να μας φέρει αυτό που πραγματικά επιθυμούμε.

Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχηθώ σε όλους, φίλους και μη, καλή χρονιά. Υγεία, αγάπη, ευτυχία, ειρήνη, πίστη και ψυχική ισορροπία.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ


Ο Χρήστος Φυλαχτός γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Παλαιόχωρα Χαλκιδικής σπούδασε στο παιδαγωγικό τμήμα δημοτικής εκπαίδευσης του Α.Π.Θ. και εργάζεται ως δάσκαλος Δημοτικού Σχολείου Ζερβοχωρίων. Αρθρογραφεί από το 1992 σε λαογραφικά, ενημερωτικά και πολιτιστικά έντυπα, καθώς και σε τοπικές εφημερίδες. Έχει εκδώσει τα θεατρικά: “Ο Λεοντόκαρδος Μακεδονομάχος Γιαγλής”, “Στου Τσαμ’ τα χρόνια” και “Απ’ το Χολομώντα στον Σαγγάριο” και “Καπετάν Χάψας το Λιοντάρι της Χαλκιδικής”.Σπούδασε (Π.Τ.Δ.Ε) Παιδαγωγικο Τμημα Δημοτικης Εκπαιδευσης στο ΑΠΘ

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: