ΧΑΛΚΙΔΙΚΙΩΤΙΚΑ ΜΑΣΑΛΙΑ ”Οι ευχές”

Η Δημητρός όταν απουλήθκι απού φαντάρους πήγι στ’ Σαλουνίκ’ στου μαγαζί τ’ θειού τ’ να δλιέψ. Καλός κι δουλιφτάρς η Δημητρός τουν αγαπούσαν όλνοι οι πιλάτις Ταχτικά έρνταν κι ψούνζι κι η Τασούλα. Όμουρφ΄ κουπέλα σχεδόν συνομίλικ, αλλά λίγου ξνί. Του Δημητρό τουν άριζι’ όμους κι τν γλυκουκοίταζι. Πέρασαν κάνα 2 χρόνια κι η Δημητρός τν γύριψι να παντριφτούν. Έβαλι έναν όρου η Δημητρός όμους. Θα πάμι να ζήσουμε στου χουριό. Στν αρχή λίγου σα να μη τν άρισι, αλλά έλα που η Δημητρός ήταν λιβέντις. Δέχκι η Τασούλα κι όλα καλά. Παντρέφκαν, έκαμαν οικουγένεια κι ζούσαν καλά. Η Τασούλα, έκαμι φιλινάδις, γνώρσι τουν κόσμου, αλλά πάντα είχε μια τρανιμάδα μαθές, προυτιβουσιάνα. Έναν Άη Δημήτρη που γιόρταζαν (παλιά όταν γιόρταζ κάποιος, τουν γειτόνιβι όλου του χουριό. Δε καλούσαν. Άρχιζαν οι ιπισκέψις απού νουρίς κι τιλείουναν αργά του βράδ΄.) Αρχίνσαν οι φίλ’ κι γνουστοί να έρχουντι. Να, τα κιράσματα να, οι μιζέδες, να, οι ευχές για τουν εουρτάζουντα.

– Να ζείς Δημητρό, να χαίρισι τν, γναίκας.

– Να ζείς Δημητρό να χαίρισι τα πιδιάς κι τα ιγγόνια. Οι ευχές κάθε φουρά που σήκουναν του πουτήρ’ πάηναν κι έρνταν. Όλ’ τν νυχτα ευχές, να ζείς να ζείς….

Κάποια στιγμή η Τασούλα παίρν του ποτήρι με του κρασί κι λέει με αψιάδα

Να ζείς, να ζείς, φτάν τόσου. Είδι ιγγόνια χάρκι, σα τι να θέλ’ άλλου; Ας πιθάνι τώρα να χαρώ κι γώ χήρα….

– Γιατί, μαρί Τασούλα, τι παράπουνου έχς;

Καλά που ζάς ισύ; Δεν ακούς που οι χήρις, όπ’ παέν’ πιρνούν καλά; Ικδρουμή για ικδρουμή δεν αφήν! Ε… κιρός είνι να χαρώ κι γώ λίγου χήρα…

Αψιάδα: θυμωμένη.

Από το βιβλίο του Στέργιου και Όλγας Μπρούζου που μόλις κυκλοφόρησε

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: