Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (Οριοθέτηση)
Έχει καταλήξει να είναι μόνιμη επωδός η διαρκής παρότρυνση στους νέους μας να τιμούν και να διατηρούν την παράδοση χωρίς ωστόσο να είμαστε βέβαιοι για το εννοιολογικό της περιεχόμενο και την ακριβή της οριοθέτηση. Καλό είναι να συνειδητοποιούμε το ειδικό εννοιολογικό βάρος που κουβαλάει καθώς και τα όρια που την περικλείουν, γιατί η παράδοση είναι ο συνδετικός κρίκος που διατηρεί ζωντανή την ιστορική και εθνική μας συνείδηση. Η σύντομη απόπειρα προσέγγισης του όρου παράδοση αποσκοπεί στην αποσαφήνιση και στην άρση παρεξηγήσεων, συνειδητών ή όχι, που υιοθετούνται με ευκολία από κάποιους ανιστόρητους.
Μέσα στη σύγχυση των μεταπολεμικών χρόνων και της «ανανεωτικής» λαίλαπας των πάντων η παραμόρφωση της ήταν αναμενόμενη, συγκλίνουσα σε δυο κυρίαρχες απόψεις: Στην αποστεωμένη άποψη ότι πρέπει δια βίου να κυριαρχεί στη ζωή μας και στη στείρα και άκριτη αποδοχή που θεωρεί ως παράδοση μόνο ό,τι είναι γνήσιο λαϊκό δημιούργημα που επιβίωσε ως τις μέρες μας. Είναι νομίζω αντιληπτό ότι οι δυο ακραίες αυτές θέσεις δεν ανταποκρίνονται σε μια ολοκληρωμένη υποστήριξη του όρου παράδοση. Η καταφυγή μας στην «επίσκεψη» του ονόματος διευκολύνει την κατανόηση του εννοιολογικού της περιεχομένου.
Η λέξη είναι παράγωγο ουσιαστικό του ρήματος «παραδίδωμι» που σημαίνει: δίνω στα χέρια κάποιου, εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον, επιτρέπω. Επομένως η παράδοση είναι καταρχήν μια κίνηση – ενέργεια παράδοσης, στην περίπτωσή μας, ενός εθίμου, ενός πνευματικού έργου, μιας αρχιτεκτονικής μορφής, ενός γραμματειακού είδους… Τα στοιχεία εκείνα που δεχόμαστε ότι ανήκουν αναμφισβήτητα στην παράδοση, χωρίς καμιά αξιολογική σειρά, είναι τα λαϊκά δημιουργήματα, ο λαϊκός πολιτισμός δηλαδή, όπως τα ήθη και έθιμα, τα δημοτικά τραγούδια, τα παραμύθια, οι λαϊκές διηγήσεις, τα διάφορα κτίσματα, ο στολισμός τους με έπιπλα, υφαντά κλπ, η γλώσσα, το ντύσιμο, το δημοκρατικό ήθος, οι θρησκευτικές παραδόσεις, ό,τι επιβίωσε από τις παλαιότερες εποχές και εξακολουθεί να ζει ως σήμερα, όπως η αγάπη για την ελευθερία, η περηφάνια, τα ομηρικά έθιμα, η αγωνιστικότητα, όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν το νεοελληνικό ήθος και ύφος, τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη ζωή και τον κόσμο ο νεοέλληνας ως ταυτότητα που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους ανθρώπους άλλων εθνικοτήτων.
Ωστόσο για να αποφύγουμε τον κίνδυνο της πε
ριορισμένης οριοθέτησης θα πρέπει να προσδιορίσουμε τα στοιχεία εκείνα που διαμόρφωσαν αυτό το ύφος και ήθος. Και τέτοια είναι η ορθοδοξία, η δεύτερη περίοδος της τουρκοκρατίας, όπου συμβαδίζουν αλληλοσυμπληρωμένα η εκκλησία, η βυζαντινή και αρχαιοελληνική παράδοση και το 1821 ως αφετηρία πρωτόγνωρων δυναμικών εξελίξεων. Δεν μπορούμε βέβαια να αγνοήσουμε τους δομικούς συντελεστές ενός κοινωνικού συνόλου (οργάνωση, οικονομία, λαϊκή παράδοση) καθώς και τις ποικίλες ξένες επιρροές. Ό,τι επομένως επιβιώνει ή αναβιώνει ανήκει στην παράδοση, ανάλογα προφανώς με τη «χρησιμότητά» τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι διακοπή της λειτουργίας τους τα θέτει εκτός παράδοσης, γιατί στοιχεία στατικά του παρελθόντος μπορούν να γίνουν σήμερα λειτουργικά και να αποτελέσουν πυρήνες σύνδεσης με το μέλλον. Κατά συνέπεια η κοινή αντίληψη ότι η παράδοση έχει στατικό χαρακτήρα είναι αβάσιμη ιστορικά και απαράδεκτη. Αντίθετα μάλιστα η παράδοση υπηρετεί δυο πολύ σημαντικούς στόχους: Αφενός συντηρεί τα χαρακτηριστικά εκείνα που συναποτελούν το «πρόσωπο» ενός λαού, εμποδίζοντας την αλλοτρίωση και την αποπροσωποποίηση, αφετέρου η κατεστημένη σε κάθε εποχή, μορφή της παράδοσης παίζει το σοβαρότερο ρυθμιστικό ρόλο στην πολιτική, πνευματική και κοινωνική ζωή, γιατί μέσα στον ιστορικό αυτό χωροχρόνο και στις επικρατούσες συνθήκες γεννιέται και ανδρώνεται το νέο που κάνει να βλαστήσει και να ζωογονηθεί και η παράδοση.
Στο περιθώριο:
Μια τέχνη που έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα είναι και η υφαντική των γυναικών του σπιτιού η οποία στην εξέλιξή της ανέδειξε αξιόλογες υφάντριες που ασκούσαν την υφαντική τέχνη όχι για λόγους μόνο βιοποριστικούς αλλά και αισθητικούς που προδίδουν το καλό γούστο, τη δεξιοτεχνία και τη θεματική ευρηματικότητα. Κυρίως από το χώρο της μυθολογίας. Στην εμβληματική λοιπόν γυναίκα την αείμνηστη Χαρίκλεια Δημητρακούδη, γνήσιο τέκνο της Αρναίας, που συνέδεσε άρρηκτα τη ζωή της με την υφαντική τέχνη αφιερώνω το ποίημα που ακολουθεί:
Η κυρά της Αρναίας
Στη σκιόφιλη Αρναία με τους πετρόκτιστους δρόμους και τις αρωματοφόρες γειτονιές της
η Κυρά της Αρναίας
ύφαινε κόμπο – κόμπο την Παράδοση στου αργαλειού την υπομονή.
Με την πανδαισία των χρωμάτων
ιστορούσε του νου της τις συλλήψεις.
Ο χρόνος σταματούσε στης σαΐτας
τους σφιχτοδεμένους αρμούς.
Βδομάδες, μήνες, χρόνια.
Θυμόσοφη και στοχαστική
αναλωνόταν στον πυρετό της δημιουργίας
και στα πετάγματα της εφηβικής της ψυχής.
Μεγάλη Ελλάδα η μικρή της πατρίδα.
Τώρα στης υφαντικής τέχνης το Μουσείο,
κρυφές κάμερες τα μάτια της,
μας συνοδεύουν στην ξενάγηση.
Τις νύχτες,
στη χλωμή θωπεία της Σελήνης
οι αλαφροΐσκιωτοι τη βλέπουν να σεργιανάει
στις υφαντοντυμένες του αίθουσες.
ΓΙΑΝΝΗΣ Χ. ΚΑΡΑΜΙΧΟΣ Φιλόλογος – Ποιητής
απο την ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ «Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ»

To ergoxalkidikis.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι αυτό δε σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, καθώς αυτές εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη, σχολιαστή ή αρθρογράφο.







