Πρέπει να αρχίσουμε να μαθαίνουμε

Από Δημήτρης Γαλλής

Η πανδημία οργιάζει παντού στον κόσμο, το εμβόλιο βρέθηκε, ενώ η θεραπεία όχι. Άρα έχουμε δρόμο ακόμη, μέχρι να λύσουμε το πρόβλημα, αρκεί να έχουμε, στο μεταξύ συνειδητοποιήσει, ότι ως λύση πρέπει να θεωρήσουμε το ότι πρέπει να μάθουμε να ζούμε με το πρόβλημα. Το οποίο δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ.

Η πανδημία μας δίδαξε ότι τα καθαρά χέρια προστατεύουν από λοιμώξεις και από τη μετάδοση σε τρίτους των παθογόνων που κουβαλάμε εμείς. Σκόπιμο είναι λοιπόν να μην ξαναμπούμε στο αστικό «βρωμιάρηδες» και να μην αφήσουμε στις χειρολαβές μολυσματικούς παράγοντες που θα μεταφερθούν στους επόμενους. Τούτο είναι άσχετο από το αν θα εξαλειφθεί η παρούσα πανδημία. Πρέπει να κάνουμε κτήμα μας ότι τα προηγούμενα χρόνια γέμιζαν οι εντατικές από ασθενείς γρίπης, της «έλα μωρέ … γριπούλας» και ότι πέθαινε κόσμος από αυτό. Εκατόν πενήντα νεκροί επιβεβαιωμένοι και χίλιοι εκτιμώμενοι το χρόνο «δεν είναι πολλοί», αλλά πλέον μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η απανθρωπιά αυτής της διατύπωσης τείνει το άπειρο.

Η πανδημία μας δίδαξε ότι οι μάσκες εμποδίζουν την μετάδοση. Ακόμη και αν η παρούσα πανδημία εξαλειφθεί εντελώς, θα εξακολουθήσει να έχει χρησιμότητα η χρήση της μάσκας στο αστικό ή σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο προκειμένου να μην κολλήσουμε ή να μη μεταδώσουμε οτιδήποτε. Ίσως η πανδημία μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι «υποκείμενα νοσήματα», αυτοάνοσα, μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι, αλλά και νεότεροι που δεν κυκλοφορούν με την ταμπέλα «πέρασα καρκίνο» αφορούν σε σημαντικό αριθμό συνανθρώπων μας, των οποίων η ζωή δυσκολεύεται σημαντικά, χωρίς να υπάρχει πανδημία, απλά και μόνο γιατί οι υπόλοιποι δεν «χαλάμε τη ζαχαρένια μας». “Μας πνίγει η μάσκα” αναδεικνύοντας την απόλυτη αδιαφορία μας.

Η πανδημία μας δίδαξε ότι ο καλός αερισμός των χώρων αποτρέπει τη μετάδοση. Αν τυχόν εξαλειφθεί, θεωρούμε σκόπιμο να επιστρέψουμε ανέμελοι σε κλειστούς μαζικούς χώρους χωρίς φυσικό αερισμό, γυάλινους εργασιακούς χώρους χωρίς παράθυρα που ανοίγουν, υπόγεια κέντρα διασκέδασης και γενικά σε δραστηριότητες χωρίς ανεκτούς υγειονομικούς όρους;

Στη φάση αυτή αναμένουμε να προσδιοριστεί για πόσο χρόνο θα διαρκεί η ανοσία του εμβολίου. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή του χρόνου η προστασία θα εξαντλείται και το εμβόλιο θα πρέπει να επαναληφθεί. Επομένως, θα υπάρχει, έστω και σύντομο, ένα χρονικό διάστημα που θα κινδυνεύουμε, είτε να προσβληθούμε, είτε να μεταδώσουμε. Άρα τα ως τώρα μέτρα προφύλαξης εξακολουθούν να πρέπει να είναι στην καθημερινή μας έννοια. Ειδικά αν έχουμε στο περιβάλλον μας (και ποιος δεν έχει τελικά …) «ευάλωτους».

Ο εμβολιασμένος, με όσα ξέρουμε, δεν θα νοσεί, αλλά πιθανώς θα μεταδίδει. Άρα παραμένει υπεύθυνος και υπόλογος στο να μην μεταδώσει τη νόσο. Ακόμη και αν τελικά εμβολιαστούν όλοι σταδιακά, σταδιακά θα λήγει η προστασία τους και θα υπάρχει πάντα ένα επικίνδυνο χρονικό κενό, οπότε μόνο τα μέτρα καθαριότητας και αποστάσεων θα μπορούν να προσφέρουν προστασία.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το καθεστώς κλειδώματος δραστηριοτήτων κάποια στιγμή θα αρθεί οριστικά, αλλά η κανονικότητα όπως την εννοούσαμε, δεν θα επανέλθει ποτέ. Μαζικές δραστηριότητες θα ξαναρχίσουν να γίνονται, αλλά τα βασικά μέτρα προφύλαξης, δύσκολα θα παρακαμφθούν απολύτως. Ένας νέος τρόπος ζωής διαμορφώνεται, από ότι φαίνεται, οριστικά. Δεν θα έχει τα απόλυτα χαρακτηριστικά του τωρινού κλειδώματος, αλλά δύσκολα θα έχει ανέμελες συναθροίσεις, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Πολύ περισσότερο, δύσκολα θα έχει φιλιά πρώτης γνωριμίας μεταξύ αγνώστων και τις συνήθεις ως τώρα αβρότητες.

Όλα αυτά, υπό τον όρο ότι θα φτάσουμε στο επίπεδο του επαρκούς εμβολιασμού, της πλήρους κατανόησης της ανοσίας, των προϋποθέσεων υπό τις οποίες αυτή θα επιτευχθεί και στη συνέχεια της πλήρους συμμόρφωσης όλων μας με τις νέες συνθήκες. Ως τότε τα πράγματα θα παραμένουν επικίνδυνα και όσο διαρκεί το πρώτο κύμα εμβολιασμού, πιθανώς θα γίνουν ακόμη πιο επικίνδυνα. Η προσδοκία, ανακατεμένη με την κούραση και την ψευδαίσθηση ότι το εμβόλιο θα λύσει το θέμα για πάντα, είναι συνδυασμός που μπορεί να στείλει άπειρο κόσμο στα νοσοκομεία, ενώ θεραπεία δεν υπάρχει, απλά και μόνο επειδή νομίζουμε ότι τελειώσαμε.

Βέβαια, όλα αυτά αφορούν στο μέλλον και προϋποθέτουν ότι έχουμε κατανοήσει το τι συμβαίνει στο παρόν. Αυτή τη στιγμή, μεγάλη μερίδα εξακολουθεί να μην έχει κατανοήσει ή να μη θέλει να κατανοήσει ότι ζούμε μια πρωτόγνωρη, επικίνδυνη και μόνιμη πλέον κατάσταση. Αναπτύσσεται επιχειρηματολογία του τύπου “επειδή στο σούπερ μάρκετ μπαίνουμε πενήντα, να μπούμε και στην εκκλησία πενήντα” με φανερό στόχο να αρθούν επιλεκτικά και συμφεροντολογικά οι περιορισμοί. Η κοινή λογική λέει ότι πρέπει να περιορίσουμε τις επαφές για να αντιμετωπίσουμε την πανδημία. Αν πρέπει να διαλέξει κάποιος, θα κρατήσει ανοιχτές τις εκκλησίες και τα καφενεία και θα κλείσει τα σούπερ μάρκετ και τα εργοστάσια;

Θεωρητικά μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, σε χαμηλότερες κλίμακες, διασώζοντας μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας. Στην πράξη, αδυνατούμε, σε μεγάλο ποσοστό, να προσαρμοστούμε και είμαστε έτοιμοι να σπάσουμε τις προφυλάξεις για να ικανοποιήσουμε ένστικτα. Είναι ειρωνικό το ότι μεγάλο μέρος των “άγριων” ενστίκτων εκπορεύεται από το θρησκευτικό χώρο, ο οποίος υποτίθεται ασχολείται με την ψυχή και το πνεύμα. Είναι εξίσου ειρωνικό το ότι ανάλογες συμπεριφορές εκδηλώνονται στο όνομα του ανθρωπισμού και της ελευθερίας και ισοδυναμούν με ιδεολογία και ελευθερία στην μόλυνση και εξόντωση του διπλανού.

Είναι κρίμα το ότι ένα σχεδόν χρόνο μετά, μεγάλη μερίδα από εμάς τηρεί μέτρα προφύλαξης επειδή, και μόνο για όσο, τα επιβάλλει το κράτος και όχι γιατί έχει συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να προσαρμοστεί αυτοβούλως για να επιβιώσει και να ζήσει καλύτερα. Την πανδημία δεν την διαλέξαμε. Το να επιστρέψουμε στο παρελθόν είναι μια ευχή, μάλλον ουτοπική. Το να ζήσουμε όμως καλά σήμερα, εξακολουθεί να είναι εφικτό, αρκεί να το πάρουμε απόφαση. Τούτο δεν εξαρτάται από τα μέτρα καμιά κυβέρνησης, τοπικής ή παγκόσμιας, αλλά από την αποδοχή της πραγματικότητας.

Δεν είναι παρήγορο το ότι πέντε χιλιάδες νεκροί σε δέκα μήνες (σκεφτείτε πόσες πρωτεύουσες ελληνικών νομών έχουν αυτό το πληθυσμό) αντιμετωπίζονται ως ένα μικρό νούμερο που έρχεται να προστεθεί στους θανάτους από “άλλες αιτίες” , λες και οι θάνατοι από άλλες αιτίες είναι αδιάφορα γεγονότα που μπορούμε να επαυξήσουμε.

Δυστυχώς, έχουμε πολλά να μάθουμε ακόμη και το κόστος δεν θα είναι ελαφρύ.

Του Δημήτρη Γαλλή στο freesunday

Ο Δημήτρης Γαλλής είναι δικηγόρος

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: