ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΝΘΟ ΣΤΗΝ ΙΕΡΙΣΣΟ…
Ταξίδι στον χρόνο… Μια πόλη, μια ιστορία…
ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΚΑΚΟΥΡΗ
Φιλόλογος
Άκανθος, Κάστρο της Ερισσού, Ιερισσός. Μια αρχαία πόλη, ένα βυζαντινό χωριό, μια σύγχρονη κωμόπολη.
Όσες μορφές κι αν πήρε με το πέρασμα των χρόνων, η Ιερισσός παραμένει για μας, τα παιδιά της, μια πόλη ιερή, ξεχωριστή, με τη δική της ιστορία, τη δική της ταυτότητα, την ιδιαίτερη σφραγίδα της στον πολιτισμό του τόπου μας.
Ήρεμη, γοητευτική, απλώνεται σε ημικλινές έδαφος μέχρι την επίπεδη παραλία, όπου από τη φωλιά του κόλπου της, το γαλάζιο του Αιγαίου συναντά τα γκρίζα περιγράμματα της Θάσου και της περιοχής της Καβάλας, για να ενωθεί με το γαλάζιο του ουρανού. H σπουδαία γεωγραφική θέση της ίσως να αποτέλεσε την αρχή της μακραίωνης και ενδιαφέρουσας ιστορίας της.
Ιστορία
Η προϊστορική εποχή της πόλης μαρτυρείται από τον Πλούταρχο και τα ευρήματά της πιστοποιούν την ύπαρξή της, όπως το κεντρικό τμήμα μιας ανθρωπόμορφης μαρμάρινης στήλης, τύπου Menhir, που απεικονίζει πιθανή παράσταση πολεμιστή. Η στήλη αυτή είναι το αρχαιότερο έργο γλυπτικής στη Χαλκιδική.
Στην ανατολικότερη από τις τρεις χερσονήσους της Χαλκιδικής, στη χερσόνησο του Αγίου Όρους, στις πλαγιές των λόφων Ν.Α του Ακάνθιου κόλπου, ιδρύθηκε περίπου το 650 π. Χ. η αρχαία Άκανθος, και συγκεκριμένα στη θέση μιας βαρβαρικής πόλης με το όνομα «Πόλις, η Ακτή του Δράκοντος». Έχει τεκμηριωθεί ότι Θράκες και Ανδρείοι ήταν εκείνοι, που την εποίκησαν πρώτοι.
Σύμφωνα με την παράδοση την διεκδικούσαν για αποίκιση οι Άνδριοι και οι Χαλκιδείς. Ο Χαλκιδεύς ήταν πιο γρήγορος στο τρέξιμο από τον Άνδριο, αλλά ο Άνδριος που λεγόταν Άκανθος, έξυπνα σκεπτόμενος πέταξε το δόρυ του και έτσι κατοχύρωσε την περιοχή «με αιχμή δόρατος των παιδιών της Άνδρου». Άλλοι ισχυρίζονται ότι ονομάστηκε Άκανθος από την χλωρίδα του τόπου, που ήταν γεμάτη αγκάθια και άλλοι ότι ήταν οχυρωμένη με πολύ ισχυρά τείχη σαν τον ακανθόχοιρο.
Αναφέρεται ότι στο σημείο που βρίσκεται το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, υπήρχε πόρτα του τείχους της αρχαίας Ακάνθου. Ο Θουκυδίδης λέγει ότι ήταν πόλη «αξιόχρεως», δηλαδή αξιόλογη και ο Ξενοφών ότι ήταν «μεγίστη των περί την Όλυνθον» σε πληθυσμό και σπουδαιότητα. Η θέση της ήταν σημαντική, γιατί δέσποζε δύο θαλασσών-Στρυμονικού κόλπου και Σιγγιτικού-και είχε εμπορική κίνηση μεγάλη.\
Μαρτυρείται από τον Ηρόδοτο ότι παρέμεινε σ’ αυτήν ο Ξέρξης, επιβάλλοντας την φιλοξενία του στρατού του. Έθαψε εκεί τον Αρταχαίη, που επιστάτησε στην κατασκευή της διώρυγας, άντρα από τους ευγενέστατους των Περσών, στον οποίο από τότε πρόσφεραν θυσίες οι Ακάνθιοι κατά ένα χρησμό. Όταν ο Ξέρξης αναχώρησε για τη Θέρμη, διαμέσου Παιονίας και Κρηστωνίας, δέχτηκε επίθεση κατά των σιτοφόρων καμήλων του από τα λιοντάρια, τα οποία κατασπάρασσαν μόνο αυτές, όχι τους ανθρώπους ούτε άλλα υποζύγια.
Την ύπαρξη λιονταριών εμφανίζουν και τα νομίσματα της Ακάνθου, όπως και την ύπαρξη βοδιών, που διακρίνονταν για τα υπερμεγέθη κέρατά τους. Επίσης, φημίζονταν οι Ακάνθιοι κύνες ως ταχύτατοι. Μια παροιμία «Ακαλάνθης κύων» ή «Ακαλανθίς» λεγόταν για κάποιο έργο που άρχιζε με ζήλο και το άφηναν ημιτελές.
Τα ερείπια της αρχαίας πόλης αναγνωρίζονται δίπλα στη σημερινή Ιερισσό. Η αρχαία Άκανθος εξέδωσε αφθονότατα νομίσματα. Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν πριν το 500 π.Χ. Ενδεικτικό της σπουδαιότητας του νομισματοκοπείου, της αξίας του νομίσματος και της ισχύος της πόλης, αποτελεί αφενός το γεγονός ότι το βαρύτερο ασημένιο αρχαιοελληνικό νόμισμα της αρχαϊκής περιόδου προέρχεται από την Άκανθο, και αφετέρου, ότι τα ασημένια νομίσματά της βρέθηκαν σε θησαυρούς σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο (Σικελία, Αίγυπτο, Συρία, Αφγανιστάν).
Το 424 π.Χ. ο Βρασίδας δημηγόρησε στον λαό της Ακάνθου και τον έπεισε να γίνει σύμμαχος των Λακεδαιμονίων, διότι οι Ακάνθιοι ήταν φόρου υποτελείς στους Αθηναίους και μάλιστα αναγράφονται επί των πινάκων των Ελληνοταμιών των ετών 440-432 π.Χ. στη μερίδα του «Θρακίου φόρου». Αλλά στη συνθήκη του 420 π.Χ. μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αθηναίων, αφήνονται αυτόνομοι.
Η πόλη εξακολουθούσε να ακμάζει μέχρι το 200 π.Χ. , όταν ενωμένοι ο στρατός και ο στόλος του Αττάλου και των Ρωμαίων την κατέλαβαν. Κατά τους χρόνους του Αυγούστου ήταν σε σχετική ακμή. Η Άκανθος φημιζόταν για τον οίνο και το άλας. Λέγεται ότι οι τέττιγες ήταν άφωνοι και ότι εκ τούτου προέκυψε η παροιμία «Ακάνθιος τέττιξ». Αναφέρεται με το ίδιο όνομα και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους.
Η πόλη όχι μόνο διατηρήθηκε κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, αλλά ως ρωμαϊκή κοινότητα παρουσίασε εκ νέου ανάπτυξη σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο. Η ρωμαϊκή Άκανθος αναφέρεται στις πηγές της περιόδου ως Civitas, που σε πολιτικό και διοικητικό επίπεδο προσδιορίζει έναν αυτόνομα οργανωμένο συνεταιρισμό πολιτών, που διαθέτει μια ύπαιθρο χώρα προς εκμετάλλευση, ένα αστικό κέντρο με αναπτυγμένες τη διοικητική και εμπορική λειτουργία και με ισχυρή πολιτιστική ακτινοβολία.
Την πρωτοχριστιανική περίοδο σώζεται η παράδοση ότι δίδαξε στην Άκανθο ο Απόστολος Παύλος και ο πρώτος γνωστός Επίσκοπος Ιερισσού μαρτυρείται ο Άγιος Μακάριος τον 4ο αι. μ. Χ. Η πρώιμη θεμελίωση του Χριστιανισμού στην Περιοχή επιβεβαιώνεται ανασκαφικά απ την ανακάλυψη ενός από τους αρχαιότερους και του μεγαλύτερου ως τώρα, παλαιοχριστιανικού ναού στη Χαλκιδική, τύπου βασιλικής. Ο Στέφανος Βυζάντιος τον 6ο αιώνα μ.Χ. την αναφέρει ως: “Ἄκανθος, πόλις Θρᾴκης ἀκάνθαις πεφραγμένη, ὑπὲρ τὸν Ἄθω” .
Μεταξύ 7ου και 9ου αι. μ.Χ. σημειώνεται μια δημογραφική συρρίκνωση που προκάλεσε την αραίωση της ενδοαστικής οικιστικής ζώνης, αλλά και ένας περιορισμός ορισμένων λειτουργιών που μέχρι τότε αναπτυσσόταν στην πόλη. Ωστόσο, η μελέτη των οδών επικοινωνίας του 7ου και 8ου αι. δείχνουν την εξέλιξη της πόλης σε σημαντικό κέντρο λόγω της προτίμησης της εποχής για τις θαλάσσιες οδούς σε σχέση με τις επισφαλείς χερσαίες, ενώ ο οικισμός δέσποζε και στο τοπικό χερσαίο δίκτυο ως σημαντικός κόμβος.
Τον 9ο αιώνα συναντάται με το όνομα «Κάστρο της Ερισσού». Λόγω της γειτνίασης με την μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους πήρε την ονομασία «Ιερισσός» με Ι κεφαλαίο και δασεία λόγω της ιερότητας του χώρου. Το θρησκευτικό αίσθημα των κατοίκων ήταν εμφανές.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχε συνεχής κατοίκηση από την αρχαιότητα μέχρι και τον 12ο αιώνα, με χαρακτηριστική εντατική εμπορική και βιοτεχνική δραστηριότητα.
Κατά τον 11ο-12ο αιώνα η κοινότητα της Ιερισσού διαγράφει φθίνουσα πορεία. Οι Αθωνικές μονές αποκτούν τον πλήρη έλεγχο του κάστρου και των παραγωγικών δραστηριοτήτων του χωριού. Ο οικισμός, βέβαια, πληρούσε κάποια διαχρονικά κοινωνιολογικού και ιστορικού χαρακτήρα, κριτήρια, όπως η παρουσία κρατικών και εκκλησιαστικών αρχών και η μόνιμη διαμονή εκπροσώπων του ανώτερου κοινωνικού στρώματος. Εξάλλου, η μεγαλύτερη πληθυσμιακή του πυκνότητα, σε σχέση με τους γειτονικούς οικισμούς, τον αναδεικνύει σε κέντρο της ευρύτερης περιοχής.
Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας η Ιερισσός είναι ένα από τα δώδεκα Μοντεμοχώρια της Χαλκιδικής, τα οποία γνώρισαν οικονομική άνθιση και έτυχαν ευνοϊκής μεταχείρισης από τον Σουλτάνο λόγω των μεταλλείων αργύρου και μολύβδου της ευρύτερης περιοχής.
Το 1796 μαρτυρείται σχολείο στην ιστορική κωμόπολη, όπως και το 1839.
Κατά την επανάσταση του 1821 συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα πληρώνοντας ακριβά το τίμημα με τη σφαγή 400 παλικαριών. Πολλοί Ιερισσιώτες μετέβησαν στη νότια Ελλάδα, για να συνεχίσουν τον αγώνα, κατέφυγαν στα Ψαρά και πολέμησαν στο πλευρό των Ψαριανών. Σπουδαίοι αγωνιστές του 1821 είναι ο Αθανάσιος Βλαχομιχάλης και ο Κωνσταντίνος Βλαχομιχάλης, ενώ ο προύχοντας Αστέριος Πέτρου πολέμησε ως οπλαρχηγός και έδωσε την περιουσία του στον αγώνα του Γένους.
Στον Μακεδονικό Αγώνα ξεχώρισε για το στρατηγικό του μυαλό ο Ιερισσιώτης καπετάν Γιώργης Γιαγκλής. Ο καπετάν Γιαγκλής τιμήθηκε και από το Δήμο Νιγρίτας με ανδριάντα στη μέση της πλατείας για την προσφορά του στην απελευθέρωση της Νιγρίτας στις 23 Οκτωβρίου 1912.
Η Ιερισσός εντάσσεται στο νέο ελληνικό κράτος με την απελευθέρωσή της από τον ελληνικό στόλο στις 2 Νοεμβρίου 1912, ο οποίος κατέπλευσε στον κόλπο της με το θρυλικό θωρηκτό Αβέρωφ. Λίγο αργότερα καταφτάνει ο ουλαμός του τάγματος Κρητών, που είχε απελευθερώσει τη Χαλκιδική, και ο 1ος λόχος του 20ού Συντάγματος Στρατού, οι άντρες του οποίου φιλοξενήθηκαν στα σπίτια των Ιερισσιωτών μέχρι τον Φεβρουάριο του 1913.
Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1932 η Ιερισσός δέχεται χτύπημα από τον Εγκέλαδο. Ο οικισμός αριθμούσε 2218 κατοίκους τότε. Οι πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές ήταν στη συνοικία του Κάστρου και στη συνοικία του Αλαδιάβα. Τα σπίτια ήταν λιθόκτιστα, τα περισσότερα θεμελιωμένα σε παλαιότερες θεμελιώσεις της κλασσικής εποχής ή των ρωμαϊκών χρόνων. Λόγω του ισχυρού σεισμού καταστράφηκαν 650 σπίτια, σκοτώθηκαν 83 άτομα και τραυματίστηκαν πάνω από 300. Μεγάλη βοήθεια πρόσφεραν τα καράβια του Αγγλικού στόλου, που εκτελούσαν γυμνάσια στο Αιγαίο πέλαγος. Κατασκευάστηκαν ξύλινα σπίτια στη θέση «Ήφαιστος» για τη στέγαση των αστέγων και το 1934 άρχισε η ανοικοδόμηση του χωριού στη σημερινή του θέση, που, όπως αποδείχτηκε από τις ανασκαφές, είναι κτισμένο πάνω στο αρχαίο νεκροταφείο της Ακάνθου.
Παραδόσεις
Κάτω από τις επιδράσεις του Αγιορείτικου ασκητισμού, τη βαριά κληρονομιά του Σταγειρίτη φιλοσόφου Αριστοτέλη και της μακρόχρονης ιστορίας της, η Ιερισσός έχει να παρουσιάσει πλούσια λαογραφία και παράδοση.
Ένας από τους Ολύμπιους θεούς, που τιμήθηκε ξεχωριστά στην αρχαία Άκανθο, είναι ο Απόλλωνας. Προς τιμήν του γίνονταν οι Δαφνηφορίες. Οι νεότεροι Ακάνθιοι διατήρησαν το έθιμο από τον Απόλλωνα και το μετέφεραν στους μεταχριστιανικούς χρόνους, και την Κυριακή των Βαΐων τελούσαν τη Δαφνηφορία. Χρονιάρες νύφες πήγαιναν δάφνες στην εκκλησία.
Η Ιερισσός διεκδικεί τη δημιουργία κάποιων τραγουδιών, που αναφέρονται σε γεγονότα και περιστατικά που συνέβησαν στον τόπο. Μάλιστα, ο Θούριος του Ρήγα Φεραίου έχει μελοποιηθεί, κατόπιν επιθυμίας του ίδιου, με βάση ένα παλιό ιερισσιώτικο τραγούδι, που αναφέρεται στον Λάμπρο Κατσώνη.
Επίσης, ξεχωρίζουν δυο τραγούδια, που είναι αλληγορικά και θεωρούνται ιερά, «Ο ήλιος και Γιαννάκης» και του «Καγκελλευτού χορού», τα οποία αναφέρονται στην Επανάσταση του 1821 και η κόρη που αγαπάει ο Ιερισσιώτης σύμφωνα με τους στίχους του τραγουδιού είναι η πολυπόθητη Ελευθερία. Ο καγκελλευτός χορός χορεύεται στο Μαύρο Αλώνι την τρίτη ημέρα του Πάσχα. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην Επανάσταση της Χαλκιδικής το ’21, καθώς οι Τούρκοι είχαν υποσχεθεί γενική αμνηστία έχοντας στο νου τους προφανώς να ταπεινώσουν τους Έλληνες και να τους ξεκάνουν με ύπουλο τρόπο. Οδήγησαν στο Αλώνι 400 παλικάρια και τα υποχρέωσαν να χορέψουν κάτω από τα τούρκικα χατζάρια ως ένδειξη υποταγής. Σύμφωνα με την παράδοση αντιστάθηκε κάποιος νέος πετώντας τα σπαθιά, ακολούθησαν κι άλλοι, και ξεκίνησε η σφαγή.
Για τον καπετάν Γιαγκλή και τη συμβολή του στον Μακεδονικό Αγώνα έχει, επίσης, συντεθεί ανάλογο λαϊκό τραγούδι, που προβάλλει τον θαυμασμό του λαού στο πρόσωπό του.
Πλούσια είναι τα δημοτικά και τα λαϊκά τραγούδια της Ιερισσού, τραγουδισμένα από τους ντόπιους. Σε κάθε γιορτή και πανηγύρι η ορχήστρα των λαϊκών οργανοπαιχτών δίνει το στίγμα της, όπως στο Πανηγύρι του Προφήτη Ηλία κάθε 20 Ιουλίου, που γιορτάζεται σε μια δασώδη τοποθεσία έξω από το χωριό, και στο Γενέσιο της Θεοτόκου κάθε 8 Σεπτεμβρίου, όπου εορτάζει η πόλη με λιτανεία της εικόνας, μοίρασμα σταφυλιών και φαγητού, τραγούδια και χορούς.
Η σύγχρονη Ιερισσός
Σήμερα, η Ιερισσός είναι μια όμορφη παραλιακή κωμόπολη, με πληθυσμό 3.455 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, με πλούσια ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά. Αποτελεί την έδρα του Δήμου Αριστοτέλη. Είναι σημαντικό λιμάνι της Βόρειας Ελλάδας με αξιόλογο αλιευτικό στόλο. Τα ψάρια της Ιερισσού είναι φημισμένα σε όλη την Ελλάδα για τη νοστιμιά τους. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την αλιεία, το εμπόριο, τη ναυπηγική, την κατασκευή έργων στο Άγιον Όρος και τον τουρισμό.
Τα καρνάγια της Ιερισσού είναι από τα παλιότερα στην Ελλάδα με σπουδαίους καραβομαραγκούς, όπως το δάσκαλο της παραδοσιακής ναυπηγικής τέχνης, τον Δημήτρη Παπαστεριανό.
Στο κέντρο της κωμόπολης λειτουργεί από το 2005 το «Κέντρο Πολιτισμού», όπου μπορεί κανείς να δει με τη βοήθεια ειδικών γυαλιών στερεοσκοπικά ντοκιμαντέρ με θέματα το «Άγιον Όρος» και τη «Θαλάσσια ζωή».
Στην Ιερισσό δραστηριοποιούνται πολλοί πολιτιστικοί και περιβαλλοντολογικοί Σύλλογοι, με σκοπό την αναβάθμιση και την αξιοποίηση των μνημείων και της ομορφιάς του τόπου, όπως η πολιτισμική ομάδα «Κύτταρο», ο πολιτιστικός σύλλογος «Κλειγένης», ο μουσικοχορευτικός σύλλογος «Καγκελευτός», ο σύλλογος των «Φίλων του Περιβάλλοντος», ο σύλλογος «Γυναικών της Ιερισσού», ο μουσικογυμναστικός σύλλογος «Άκανθος», καθώς και επαγγελματικοί σύλλογοι και σωματεία. Μεγάλη είναι η συμβολή στα δρώμενα του τόπου του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Ιερισσιωτών Θεσσαλονίκης, ο οποίος εδρεύει στη Θεσσαλονίκη.
Η Ιερισσός διαθέτει παραλίες κατάλληλες για κολύμβηση και βραβευμένες με γαλάζια σημαία, καφέ, ταβέρνες, πολλά καταλύματα και ξενοδοχεία.
Η απλότητα, το φιλόξενο και οικογενειακό περιβάλλον, η ηρεμία και η ομορφιά της θάλασσας, σε συνδυασμό με τις πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις, τα μνημεία, την πλούσια ιστορία και τις παραδόσεις, συνθέτουν την ιδιαίτερη ταυτότητα αυτής της ξεχωριστής και σπουδαίας κωμόπολης, που γειτνιάζει με το Περιβόλι της Παναγίας.
Της Ιερισσού Χαλκιδικής.
Πηγές:
Καραστέργιος Μ. Χρήστος, «Είδαμεν ζωήν… ελευθέραν, 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Ιερισσού», Εκδόσεις Διά βίου, 2013
Μαρίνος Π. Γιάννης, « Ιερισσός… Αιώνιο ταξίδι στους δρόμους της Παράδοσης και του Πολιτισμού», Θεσσαλονίκη 2001
Τσουκαλά-Κουφού Άννα, «Ιερισσός (Άκανθος)», ετήσια εικονογραφημένη επιθεώρηση, τεύχη 1 και 2, Ιερισσός 1985 και 1991
ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, Τεύχος 46ο

Καρνάγιο και λιμάνι Ιερισσού.
Μολύβι 19×21 (Αρχείο: Βάγιας Παντελιάδου)
To ergoxalkidikis.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι αυτό δε σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, καθώς αυτές εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη, σχολιαστή ή αρθρογράφο.





